Για τον Γιώργο Βέλτσο

Τον τελευταίο καιρό ήθελα να γράψω για τον Γιώργο Βέλτσο. Καθώς γινόμουν συστηματικός αναγνώστης της λογοτεχνίας του ­ του θεάτρου του και της ποίησής του ­ με έπειθε όλο και περισσότερο η αλήθεια αυτού του ανθρώπου, αυτού του στριντμπεργκικού «κυρίου», που τον ξεσκίζει η σκέψη και γίνεται συχνά ή είναι πάντα ­ τουλάχιστον έτσι νομίζουμε ­ ο ηθοποιός του εαυτού του. Αρχισα από το θεατρικό έργο του Η αναγγελία (εκδόσεις Πλέθρον), ένα κείμενο για την προσομοίωση της ζωής και την αλήθεια του θεάτρου (ή μήπως το αντίστροφο), όπου ο ήρωας (ονομάζεται Κύριος όπως στην Καταιγίδα του Στρίντμπεργκ) μας αναγγέλλει τον εαυτό του, την «ανθρώπινη συνθήκη» του, μετά την αναγγελία του επικείμενου θανάτου του, λόγω καρκίνου. Το έργο αυτό, βιωματικό και αυτοβιογραφικό, με τρία πρόσωπα, μαθαίνω ότι θα ανεβεί προς το τέλος της άνοιξης στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, δίνοντας την ευκαιρία στο θέατρο του Βέλτσου να βγει, ακόμη μία φορά, από την προσομοίωση του εργαστηρίου (της γραφής) και να βρει την αλήθεια της σκηνής.

Συνέχισα με τα Ψιλά γράμματα, ποίηση και μικρές πρόζες, που κυκλοφόρησε τις παραμονές του 2001, πάλι από το Πλέθρον. Εδώ ο Βέλτσος νομίζω ότι βρίσκει τον αληθινό εαυτό του, βρίσκει την ουσία του ποιητή, σημαδεύει την καρδιά της ειρωνείας. Οσοι θέλουν να αγαπήσουν τον Βέλτσο, τα Ψιλά Γράμματα τους δίνουν το «βέλτιστον επιχείρημα». Αντιγράφω μερικούς στίχους: «Τόσο αισθάνομαι μικρός/ κι ό,τι μου ανήκει/ του οδοκαθαριστή το σάρωθρο το παρασέρνει ευτυχώς/ Μ’ αρέσει η λέξη άθυρμα, συλλέκτης, ράκος, / Ειδάλλως θα ήμουν άγουστος/ Αφρικανός οπλαρχηγός/ Ο Σενεγκέρ θα ήμουν στο Αντεν/ και όχι στο Ατέν της πίτας και των σκύλων».

Αλλά το καταλυτικό στοιχείο που με οδήγησε να γράψω αυτό το σημείωμα ήταν η γαλλική έκδοση, σε έναν τόμο, δύο παλαιότερων θεατρικών έργων του Γιώργου Βέλτσου, που είχαν συζητηθεί ποικιλοτρόπως, ακόμη και σε επίπεδο κοσμικότητας. Πρόκειται για την Camera degli Sposi και Τα Χώματα, μία αλληγορία πένθους (γαλλικός τίτλος Humus) που κυκλοφόρησαν στη συλλογή «Θέατρο» του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, σε μετάφραση της Λευκής Μολφέσση και της Κατρίν Κολλέ και με πρόλογο του Ζακ Ντεριντά. Ο γάλλος φιλόσοφος, αυτός ο τόσο αμφιλεγόμενος και τόσο αμφισβητούμενος Ντεριντά, φιλοξενείται από το θέατρο του Βέλτσου, στη δική του όμως γλώσσα, και αναφωνεί «αυτό είναι θέατρο».

Αυτός είναι ο Βέλτσος. Ενας άνθρωπος με ακίδες. Λίγοι τον λατρεύουν, πολλοί τον μισούν αλλά για κανέναν δεν είναι αδιάφορος. Κυρίαρχη μορφή αυτού που ονομάζουμε αγορά ιδεών, θέσεων, απόψεων (όσο και όπως υπάρχει αυτή η αγορά στην Ελλάδα σήμερα), ο Βέλτσος έχει δημιουργήσει σχολή και ταυτόχρονα συγκεντρώνει τα πυρά για το ύφος του δημόσιου λόγου του. Εμμονος, διακειμενικός, αυτοαναφορικός, αποσπασματικός, παιγνιώδης, ο Βέλτσος διά του λόγου του δεν θέλει να θολώσει τα νερά αλλά να δηλώσει μια ταυτότητα. Αλλωστε, ως καλός ηθοποιός του εαυτού του, μπορεί, όταν θέλει, να γίνεται οξυδερκής αναλυτής ή τολμηρός ανατόμος, όπως έχει συμβεί, για παράδειγμα, με τα κείμενά του για την όπερα του Ντεμπυσί «Πελέας και Μελισσάνθη» με αφορμή την παράσταση στο Μέγαρο, ή για τον Πέτρο Κωστόπουλο.

Ο Γιώργος Βέλτσος είναι από τους λίγους καθηγητές πανεπιστημίου που αναγνωρίζονται στον δρόμο ή σε δημόσιους χώρους. Μπορεί να είναι οι εκπομπές του στην τηλεόραση που μας έχουν εξοικειώσει με την εικόνα του. Μπορεί να είναι και το Πάντειο, όπου διδάσκει, πανεπιστήμιο – λαϊκό προσκύνημα, όπως και η Νομική, χιλιάδων ελλήνων ακαδημαϊκών πολιτών. Γνωρίζει ότι αναγνωρίζεται, μπορεί να παίζει αλλά δεν προσποιείται. Αστός (ίσως αυτό να μην του το συγχωρούν), ανήκει πραγματικά στην Αριστερά. Και αν ο όρος δεν ήταν φορτισμένος με αρνητικές συνδηλώσεις, θα λέγαμε ότι ανήκει σε αυτό που οι Γάλλοι ονομάζουν «gauche-caviar». Τακτικός συνδαιτυμόνας ανθρώπων της τωρινής εξουσίας, στο ίδιο τραπέζι στο Multi-Culti ή στην ταβέρνα του Οικονόμου, σηκώνει με φυσικότητα το ποτήρι του στο όνομα της παλιάς φιλίας που δεν αναιρείται από την επικαιρότητα της στιγμής.

Τον τελευταίο καιρό γράφει ποίηση και θέατρο. Πραγματική ποίηση και πραγματικό θέατρο. Το έχω ήδη πει, νομίζω πως εδώ βρίσκει τον εαυτό του, απελευθερώνεται, αυτο-αναγγέλλεται με σαφήνεια και συγκίνηση. Νομίζω πως είναι τελικά ποιητής. Ας μας απαντήσει ο ίδιος. Πιστεύω πως «η αναγγελία» του θα έχει συνέχεια.

Νίκος Μπακουνάκης

Δημοσίευση στην εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής 11.05.2001

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.