Απόλογος: η ποιητική στροφή του Γιώργου Βέλτσου

Τώρα σε καταλαβαίνω
στην πληρότητα που μου άξιζε
τώρα τη νύχτα, στη διαπασών
αλλά έπρεπε να περάσουν τα χρόνια
για να μου δείξει το κόρνο
την καλοσύνη σου


Αλλάζει ο ρυθμός
και διακριτικά η συγχορδία
με εισάγει στο adagio molto που τραγουδώ
Τα χέρια μου σκάζουν το χειμώνα
Δεν τα φροντίζω πια
Δεν διευθύνω
Δεν έχω τρόπους να αναχαιτίσω τον ξεπεσμό
Δεν μπορώ να ακούσω τη φωνή μου
παρά στα ποιήματα και στα βιολιά
Μου δείχνουν το φόβο
Με αποσπούν
Όπως το πρόσωπο εκείνου που ένας θεός του έκλεισε
την ακοή για να μην υπάρχουν άλλοι ήχοι
εκτός από τους δικούς του


Και περιμένω
γριά κούκλα με φορεματάκι κοριτσιού
γύψινη προτομή
πάνω απ’ το πιάνο του κοριτσιού
κάτω απ’ το κρεσέντο της τίγρης
στο presto – allegro assai
των εικοσιτριών λεπτών
και των πενηνταέξι δεύτερων
που ξετρελαίνουν το χρόνο


Βιάζομαι
αλλά τώρα πείθομαι από τον μετρονόμο
Προβάλω την δικαιολογία
δεν έχω όμως λόγο να προσβάλλω
την ανέντιμη συμφωνία με το θάνατο
Κρύβω τα μάτια μου με λάσπη
Βουλώνω με λάσπη τ’ αυτιά
Όλα τα αναθέτω στη σύριγγα


Δεν είναι αλήθεια πως σ’ αυτό που ήμουν
επιστρέφει το χώμα;

Θέλω να φυλάξω τη μνήμη αυτής της ημερομηνίας, για την οποία γράφτηκε αυτό το ανέκδοτο ποίημα – 29 Ιανουαρίου 2009. Αλλά μήπως δεν ήταν ήδη γραμμένο, προβλέποντας αυτήν τη συνάντηση;

Σας ευχαριστώ που ήσαστε εδώ.

«Επανάληψη και πρώτη φορά», όπως ήθελε ο Ντερριντά μιλώντας για φαντάσματα. Επανάληψη όμως, και τελευταία φορά, εφόσον η μοναδικότητα αυτής της φοράς που μιλάω ενώπιόν σας την καθιστά ενδεχομένως και τελευταία. Διότι δεν ελπίζω σε μεγαλύτερη χαρά. Δεν μου χρειάζεται.

Κυρίες και κύριοι, με προλογίζουν η μουσική και η φωνή ενός νεκρού: του Γιώργου Χειμωνά.

Για άλλη μια φορά, το «νεκρό αδράχνει το ζωντανό», καθίσταται αλληλέγγυο, όπως ο Μιχαήλ Μαρμαρινός, παρών εδώ μαζί μου.

Γνωρίζω πως για να αξιώσει ένας λόγος την προσοχή του ακροατή του, πρέπει προηγουμένως να ακουστεί στη γλώσσα του. Το ζήτημα είναι ποια γλώσσα ακούει ο ακροατής και, εάν ο ομιλών δεν έχει παρά μία γλώσσα, που όμως δεν είναι η δική του, σε ποια γλώσσα τότε μπορεί να απευθυνθεί; Η θεωρία δεν είναι η δική μου γλώσσα. Κι αυτό που πάντα ήθελα να πω ισοδυναμούσε με τίποτα. Αυτό δε σημαίνει πως δεν είχα κάτι να πω, αλλά πως το τίποτα, έστω το ποίημα, βρισκόταν πάντα στο σημείο «όπου λαχανιάζει το θέλω-να-πω».

Έτσι αντιλαμβάνομαι τη φράση του Τσέλαν: «ποίηση μπορεί να σημαίνει μια τροπή της ανάσας».

Και έτσι καταλαβαίνω την πρόταση του Ντερριντά: «Όταν διακινδυνεύεις να μη θέλεις να πεις τίποτα, τότε εισέρχεσαι στο παιχνίδι (…) που έχει ως αποτέλεσμα, καμία λέξη, καμία έννοια, κανένα εκφώνημα μείζονος σημασίας να  καθοδηγούνται από ένα δεδομένο κέντρο», είτε αυτό είναι το Πανεπιστήμιο, είτε το Μέγαρο που με φιλοξενεί.

Αυτό αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει εναρκτήριο και τελικό σημείο αυτής της διάλεξης και ότι η ομιλία μου ούτε μπορεί να αρχίσει ούτε μπορεί να τελειώσει, αλλά να δώσει επιτέλους το λόγο (αν υποτεθεί ότι κάνω τον θεωρητικό μέσα μου να σωπάσει), στα ίδια τα ποιήματα. Τότε, η γραφίδα του ποιητή προβάλλει ως η αιχμή, τρυπάει τους φράκτες της σιωπής που τον περιβάλλει και  φέρνει όσους αδικαιολόγητα απουσιάζουν από την αίθουσα  πίσω από τους φράκτες, προκειμένου να τον ακούσουν από μακριά.

Επιτρέψατέ μου όμως ορισμένες προλογικές παρατηρήσεις για τον υπότιτλο της σημερινής συνάντησης: «Η ποιητική στροφή του Γιώργου Βέλτσου».

Είμαι φύσει καχύποπτος απέναντι στον όρο «στροφή». Όχι μόνο γιατί εύκολα ολισθαίνει ο νους εν προκειμένω στον συναφή όρο «μεταστροφή» και στις θεολογικές του συνδηλώσεις, αλλά και εξαιτίας των γραμματολογικών του συνδηλώσεων (περιοδολόγηση, χωρισμός ενός έργου σε ένα πριν και ένα μετά, ερμηνευτικές χειρονομίες άκρως απαραίτητες κατ’ αρχήν για την ίδια την ανάδειξη του έργου, αλλά ταυτοχρόνως, τις περισσότερες φορές, και άκρως παραπλανητικές ή ανεπαρκείς).

Ας μου επιτραπεί να αποσυνδέσω την έννοια της πίστης από το θεολογικό της κατάστιχο. Όπως η αλήθεια δεν είναι μονοπώλιο του νοήματος, έτσι και η πίστη δεν είναι μονοπώλιο της θρησκείας. Αυτήν ακριβώς την έννοια της πίστης προϋποθέτει η υποκειμενική στράτευση στη γραφή. Όποιος γράφει, εννοώ όποιος γράφει αληθινά, ομολογεί την πίστη του στο ίδιο το συμβάν της γραφής και αγωνίζεται ισοβίως να εξαντλήσει τις συνέπειες της στράτευσης αυτής. Είμαι πιστός – αλλά μόνο στη γραφή. Και η δύναμη που με κάνει να γράφω είναι ο απροσδόκητος Μεσσίας που δε θα έρθει ποτέ.

Θα προτιμούσα, συνεπώς, αντί της «στροφής», τον όρο «συστροφή», συστροφή της γλώσσας μου –και του χαρακτήρα μου– στον εαυτό της, μιας και, όπως θα αναγνωρίσουν όλοι όσοι με διαβάζουν τριάντα χρόνια τώρα, η τοπική του σημαίνοντός μου υπήρξε ανέκαθεν λογοτεχνική: γεγονός στο οποίο οι φίλοι ανέκαθεν αναγνώριζαν το μεγαλύτερο προτέρημά μου και οι εχθροί τη μεγαλύτερη αδυναμία μου.

Παρά ταύτα, ο καθένας διαπραγματεύεται κατά το δοκούν τη σχέση του με τον Άλλο της γλώσσας. Δική μου φιλοδοξία υπήρξε ανέκαθεν η οικοδόμηση ενός έργου δομημένου σαν ένα καλλιτεχνικό αξίωμα. Είχα χρέος να γράψω ό,τι δεν μπορώ να γράψω. Να συνεχίσω, ενώ γνωρίζω ότι αυτό που γράφω δεν είναι αυτό που θέλω να πω, δεν ισοδυναμεί με το «τίποτα» για το οποίο μίλησα προηγουμένως.

Τη «στροφή» αυτή εμπνέει ταυτοχρόνως η πεποίθησή μου, πεποίθηση παλαιά και πλέον ακλόνητα εμπεδωμένη, πως, για να φιλοδοξεί κανείς να σκεφτεί και να μιλήσει για την εποχή, είναι απαραίτητη η μετάβαση σε ένα άλλο γένος του λόγου και επιπλέον είναι αναγκαίο το ξαναγράψιμο της εποχής με άλλο τρόπο. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που να δηλώνει πώς η φιλοσοφία «καθίσταται ένας ατέρμων αναστοχασμός πάνω στη διάλυσή της, στα χέρια της λογοτεχνίας».

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι τα μεγάλα συμβάντα θέτουν μεταξύ άλλων το θέμα της γλώσσας με την οποία κανείς θα τα σκεφτεί και θα επιχειρήσει να αρθρώσει ένα λόγο γι’ αυτά. Σχέση με την εποχή -με τη νεωτερικότητα- ακολουθώντας την υπόδειξη του ποιητή: «Να είμαστε απολύτως μοντέρνοι». Σχέση κυρίως, με το σκέπτεσθαι τη σκέψη του ποιήματος που είναι ήδη ποίημα, αφού προϋποθέτει ότι το ίδιο το ποίημα παίρνει θέση απέναντι στο ερώτημα «τί είναι το σκέπτεσθαι;».

Αυτόν το λογαριασμό κάνει ο ποιητής και αυτόν τον Απόλογο εκφωνεί όταν πρέπει να αποκαταστήσει το ποίημα στη σκέψη, αφού προηγουμένως το ποίημα αποκαταστήσει το βίωμα. Τότε το ποίημα νοηματοδοτεί την πράξη, αφού αποδυναμώσει τις τρέχουσες νοηματικές της συντεταγμένες, οδηγούμενο μέχρι τη συντριβή του «άσματος», δηλαδή του εαυτού του ως βιωματικής παραζάλης. Έτσι υπογράφω το ποίημα. «Ποιήμα», έγραφε πάλι ο Ντερριντά, «είναι  ένα συγκεκριμένο πάθος του ιδιαίτερου στίγματος», δηλαδή της υπογραφής: Γιώργος Βέλτσος.

Μegaron plus- 29 Ιανουαρίου 2009 (Κύκλος Διαλέξεων)

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.