Ρεβεγιόν

Εδώ προκύπτει του αινίγματος
ο αναβαθμός
οπότε ας καθυστερήσουμε τη σημασία
κι ας ευχηθούμε η βραδιά
να καταλήξει εδώ:
σ’ ότι δεν μας εξαπατά ποτέ
Στον στίχο


Ή μήπως ολόκληρη η ποίηση
δηλώνει το πραγματικό μιας εσπερίδας
όπου ανάψαμε κεριά
και με πιοτά διακωμωδήσαμε
την Άγια νύχτα;
Μια ανόητη προσήλωση
που τη διαπράτουμε
τη δόξα δρέποντας από έναν άδειο ουρανό
πάνω από πανοράματα βουνών
με χάρτινα ελάφια


Θα συνεχίζει να μας γαλουχεί
στο σκοτεινό δωμάτιο η φαντασία
Θα ευγνωμονούμε ξυπνητοί
για ότι αποφασίσαμε να μην υπάρξει
Διαθέτω προφανώς την απορία των βοσκών
εξιστορώ ό,τι δεν θα μου δωθεί
ό,τι αστράφτει προς την απόλυτη φυγή
της σημασίας
κάτω από ένα δέντρο πλαστικό


γράφω μια ακατανόητη γραφή στον άγιο τοίχο
γραμμένη από έναν μνησίκακο Θεό
τη θέση του συμπτώματος κρατώ
υπόλογος της έντασης ανάμεσα
στο «ότι υπάρχει αυτό»
και στο «τι είναι»
Το ποίημα είναι το υπαρκτό
αβέβαιο και αναβλητικό
Το ποίημα είναι


Δεν ξέρω τι
δεν θέλω να το ξέρω
κι αν ήξερα, δεν πρέπει να το πω
τώρα που ο νους μου προχωρά προς τη μεταφορά
Έτσι να εορτάσουμε
μ’ ότι ανεβαίνει
κι ύστερα υποχωρεί
σαν πυρετός μικρού παιδιού
που το έφερε η μάνα του απ’ το δωμάτιο στη σάλα


Τώρα η οικοδέσποινα έχει αποσυρθεί
αφήνοντας τα τιμαλφή
στην θέση της καρδιάς της
Κι ο ζάπφυρος απ’ το μονόπετρο έχει αναληφθεί
δίπλα στ’ αστέρι της βραδιάς


Απ’ το παράθυρο πέφτει στις στέγες των σπιτιών
το ίδιο χιόνι




Μια στάλα του μυαλού μου
αν θα πέσει
από την άκρη του ματιού
κι ύστερα αν μεταγγιστεί
σε ό,τι θα ήθελα
η φρόνηση να δώσει:
χώμα να γειωθεί, συνάψεις
καλώδια ηλεκτρικά
να κάψουν τις ασφάλειες του μύθου


Το μαύρο ψιλαφούν τα δυο μου χέρια
Απ’ το κορμί μου βγαίνει ο τοξότης
Κρούει ο θεός τη λύρα θυμωμένα
Το τέλος του Φαέθωνα λίγο με κόφτει


Αν θα ήτανε να πάω από ήλιο
τη διαδρομή θα χάραζα ευθεία στην κηλίδα




Μια ανάσα με χωρίζει
από αυτόν που κείται μ’ άλλο κλέος
– όχι του Πολυνίκη ή του άταφου αδελφού του –
σημερινό νεκρό
προέκταση στην κάμαρα μου
πεδίου μάχης με απόρρητα τετράδια


Γέμισε η κάμαρα κουφάρια
κι εγώ σαν το δειλό
που κρύφτηκε στα βούρλα
ή που παρέστησε το σκοτωμένο
τώρα, απ’ αυτόν που κείται μπρος μου
τον λίγο που μου απόμεινε αέρα ανασαίνω
και κλέβω στους πεσσούς
Ποια φρόνηση με φύλαξε κι οδεύω
με βήματα ανάποδα της Αντιγόνης;
Να θάψω ποιον;
Ποιος είναι ο ζωντανός από τους δύο;


Με μάτια ορθάνοιχτα μάταια με ορμηνεύει το βιβλίο
Κι ανάμεσα στις σκουριασμένες πανοπλίες
βόσκουν τα ζωντανά του κάτω κόσμου.




Κι εγώ μετρώ
αλλά δεν είναι θέμα αντοχής
πόσο ο καθένας μας κρατάει στο μακροβούτι
αν αναδύεται ξαφνικά
σ’ άλλον ορίζοντα
μιας επιφάνειας νερού
συνταιριασμένης με το μολύβι του ουρανού
σα να γλιστράει ο κολυμβητής από υπόγεια σήραγγα
σε άλλη λίμνη


Κι εγώ δειλιάζω
στο χείλος εσωτερικού γκρεμού
σαν κάποιος να παρακινεί από χαμηλά
σε όρυγμα τραχύ
λάκκο ή σκάμμα προσεχούς οικοδομής
όπου υπήρξε κάποτε το σπίτι
και ο πατέρας μου, εργοδηγός
μου γνέφει να κατέβω
(Αν και δεν βλέπω πουθενά τη σκαλωσιά)


Μήπως το προορίζει για αμφιθέατρο νεκρών
με θώκους για καθένα από μας
όπου αναπαμένοι
το έργο μας θα δούμε απ’ την αρχή;
Τυφλοί στα μάτια
πίσω απ’ τη σκέψη μας διαρκώς;


Και τώρα θα έπρεπε να βρω
τον τρόπο της εξόδου κρούοντας ήδη
τις χορδές μιας καταληκτήριας λύρας
για να διαρκέσει η μουσική μετά τους τίτλους
γράμματα και ονόματα των χορηγών


Έχουν όλες οι φόρμες που έδειξα ξεπεραστεί
Όλοι οι νόμοι της σκηνής δεν μου αρκούν
για να επιστρέψει ευεργετική η ευσπλαχνία
απ΄ όσους έτυχε να παρακολουθούν, ευτυχισμένοι,
ανταποδίδοντας τύχη αγαθή
που βλέπουν ρεαλισμό χωρίς θηρία


Τώρα
σ΄ αυτήν την μετεώριση
όπου είναι αδύνατη η χαρά
και ξαφνικά τα αντίθετα συγκλίνουν
στην πιο κατάπτυστη μορφή σκεπτικισμού
πιο ηλίθια παραχώρηση
στην εγκεφαλική δομή του νου
που στρέφει έναν αντίχειρα εικονικό
και με δικάζει
τώρα
καθώς παρατηρώ ένα γυμνό παιδί
να ισορροπεί πλάι στον εκσκαφέα
λέω πως μου έτυχε να ζω
ιδρυτική στιγμή μιας αυτοκρατορίας νάνων
με τ’ άλογα, τα προσωπεία κακών ηθοποιών
τον λίθινο τροχό, τις γραίες.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.