Τσαρούχης

«Το Παρίσι είναι ένα μεγάλο μοναστήρι. Δουλειά και περισυλλογή». Και, σε άλλο γράμμα του, στις 13 Απριλίου 1968, ένα μήνα πριν από τον παρισινό Μάη: «Άκουσα ότι πρόκειται να ‘ρθεις εδώ. Γράψε μου αν είναι αληθές και πότε θα γίνει αυτό».

Έφτασα στο Παρίσι δύο μήνες αργότερα. Ο Τσαρούχης έμενε στα banlieu, στο Montrouge. Μου πρότεινε να νοικιάσω κοντά του.

–          Μα δεν είναι μακριά; τον ρώτησα.

–          Μακριά από πού; Απάντησε εκνευρισμένος, σαν να ήθελε να μου υπενθυμίσει πως το κέντρο είναι μέσα μας.

Δεν τον άκουσα και έμεινα στο «καρτιέ», αλλά το μυαλό μου έτρεχε, ως συνήθως, αλλού. Την επιπολαιότητά μου ο Τσαρούχης, παραδόξως, τη θεωρούσε προσόν. «Να αφιερώνεσαι», μου έλεγε, «αλλά όπως η πεταλούδα. Να μετακινείσαι από άνθους εις άνθος, αλλά πάντοτε επί το έργον. Να συλλέγεις. Να μην κλείνεσαι. Να μην αποκλείεις. Θέλεις να γίνεις ο σοφέρ μου; Ήρθες στο Παρίσι με τη νοσοκόμο σου. Γιατί δεν αποποιείσαι την ιδιότητα του φοιτητή; Είχα ζητήσει από τον Σεφέρη, στο Λονδίνο, να γίνω υπηρέτης του. Η Μαρώ ενθουσιάστηκε, αλλά ο πρέσβης αρνήθηκε να με προσλάβει».

Υπήρξα επ’ ολίγον σοφέρ του Τσαρούχη. Έπρεπε να τον παραλαμβάνω, με το μεταχειρισμένο φορτηγάκι που είχε αγοράσει επί τούτου, και να τον αφήνω στο Λούβρο, με το καβαλέτο και τα συμπράγκαλα της τέχνης του, και ύστερα να τον γυρίζω το απόγευμα σπίτι του. Το αυτοκίνητο ήταν σαν δικό μου. Το κρατούσα το βράδυ και έκανα τις βόλτες μου. Δεν ήθελα να μου δίνει χρήματα, αλλά σχέδια. Η ειρωνική του απάντηση στην πρώιμη συλλεκτική μου μανία ήταν οι ευχές για «καλή πρόοδο» που συνόδευαν, στα πορτρέτα που μου έκανε, την υπογραφή του.

Θήτευσα περισσότερο στον Τσαρούχη παρά στον Ντερριντά. Όταν, το ’69, μετακόμισε στο δωματιάκι της rue Dauphine, που του είχε παραχωρήσει, θαρρώ, ο αρχιτέκτων Κανδύλης, δυο δρόμους πιο κάτω απ’ το σπίτι μου, υπήρξα ακόλουθος της Παναγιότητός του. Συχνά, τα βράδια, του άρεσε να ντύνεται δεσπότης, με άμφια που μου είχε παραγγείλει να του φέρω ερχόμενος από την Αγία Φιλοθέης, και να βολτάρει στο Σαν Ζερμέν, με τον πρόσφατα χαμένο Γιώργο Ορφανό ντυμένο διάκο (εμένα, λόγω ύψους, το ράσο δεν με κολάκευε).

Τα μεσημέρια τρώγαμε στο πρώτο χορτοφαγικό εστιατόριο, στη Vie Claire, όπου έκοβε από απέναντι τον Στέλιο Ράμφο. Είχε ακούσει για τον φιλόσοφο και μου πρότεινε να του προτείνω να τον επισκεφθεί. Ο Ράμφος απάντησε ας έρθει ο Τσαρούχης στην κάμαρά μου. Όταν ανεβαίναμε τη σκάλα, μου είπε: «Όταν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στον Μωάμεθ».

–          γιατί τρως στο φοιητικό εστιατόριο; μου έλεγε.

–          Κοστίζει ενάμισι φράγκο, του απαντούσα.

–          Δικαιολογίες, μου έλεγε. Κατέχεσαι από ένα συναίσθημα αυτοκαταστροφής και θέλεις οπωσδήποτε να δηλητηριαστείς.

–          Ή: «Τρως τζατζίκι για να εκδηλώσεις τα αντικοινωνικά σου αισθήματα»

–          Ή: «Κλείσε αμέσως το παράθυρο». Μυρίζει το δωμάτιο του απαντούσα. Διότι επειδή η κοινόχρηστη τουαλέτα του παλαιού οικήματος ήταν στο διάδρομο, συνήθιζε να ουρεί σ’ ένα πήλινο κανάτι. «Τι είναι αυτό;» τον ρωτούσα. «Άσ’ το κάτω αυτό. Είναι υγρό για τα πινέλα».

Φοβόταν τη μάνα μου, όπως και την Κατίνα Παξινού. Όταν πέθανε η κυρία Κατίνα, ο Μινωτής χάρισε στη μάνα μου, στη γιορτή της, έναν Τσαρούχη με αφιέρωση. Στο Παρίσι, σ’ ένα ορθογώνιο χαρτόνι, μας έβαλε να ποζάρουμε με την πρώην σύζυγό μου για ένα κοινό, διπλό πορτρέτο, το οποίο χώρισε, τραβώντας στη μέση μια πινελιά: «Όταν χωρίσετε – που θα χωρίσετε – θα πάρετε ένα ψαλίδι και θα κόψετε το χαρτόνι στα δύο». Έτσι και έγινε.

Ο Τσαρούχης με έμαθε να βλέπω ζωγραφική. Στεκόταν προσεκτικά μπροστά στους πίνακες του Κορό, αλλά και τους μπογιατζήδες που έβαφαν με γυαλιστερή λαδομπογιά τις μεγάλες ξύλινες πόρτες των παρισινών σπιτιών. «Αυτοί είναι οι μάστορες. Κοίταξε την προετοιμασία. Πρόσεξε τη ματιέρα. Το ίδιο και στους ζωγράφους. Να κεντρώνεις το βλέμμα σου σε λίγα τετραγωνικά εκατοστά του καμβά και από εκεί θα διακρίνεις το μεγάλο έργο.» Μου κολλούσε τη μούρη, όταν πηγαίναμε στο Λούβρο, πάνω στις αυτοπροσωπογραφίες του Ρέμπραντ. Αλλά δεν με άφησε να δω την αναδρομική του Πάουλ Κλέε στο Grand Palais, γιατί αποκαλούσε τη ζωγραφική του «ζωγραφική της φρίκης». Εγώ πήγα, χωρίς να του το πω, και ένα βράδυ, αδιάφορα, με ρώτησε. Φοβήθηκα και του είπα ψέματα. Αλλά δεν με πίστεψε.

Με τον Τσαρούχη γνωρίστηκα, πριν φύγει για το Παρίσι, στην Αθήνα. Με το οικογενειακό αυτοκίνητο τον οδήγησα ένα μεσημέρι στη βίλα του εφοπλιστή Μάρκου Νομικού, στο Καβούρι. Ο Νομικός ήθελε να του ζωγραφίσει, στη λεγόμενη «ταβέρνα» της βίλας, έναν ολόκληρο βυθό (με αστερίες, κοχύλια και χταπόδια) πάνω σ’ έναν πελώριο τοίχο. Ο Τσαρούχης, όταν έμαθε τι τον περίμενε, αρνήθηκε απαντώντας: «Λυπάμαι, κύριε Νομικέ, αλλά δεν έχω χρηματίσει δύτης».

Κρατώ τα γράμματα του Γιάννη Τσαρούχη και τους φακέλους με αυτά τα κολυβογράμματα που επρόκειτο να έχουν τεράστια αξία ως «υπογραφή». Ποιος έγραψε; Σε ποιον; Και για να του αποστείλει τι; Τώρα, μετά σαράντα χρόνια, αρχίζω να αντιλαμβάνονται το ανεκτίμητο των γραμμάτων αυτών. Του αποστέλλω μέσω των Νέων ανοιχτή επιστολή με αφορμή τη γιορτή για τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του, με ένα μεγάλο ευχαριστώ.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.