… και επωάζουν

Χωρίς κανείς να σε καλέσει, έρχεσαι

Σε είδε η φευγαλέα μου ματιά
να προπορεύεσαι σ’ έναν καθρέφτη
μαζί σου ο βυθός
σε φανερώνει, του ψευδάργυρου

Εγκαταστάθηκες μετά σα διασπορά
φαινόμενο χωρίς καταγωγή
χωρίς στοιβάδα, αέρας
επίσκεψη εξωφρενική
πρόσωπο σκοτεινό
– κλήση και εντολή μου
Δε βλέπεις;
Συνδέω ποσότητες διεργασιών εδώ
Στανιάρω σα βάρκα που τη βουλιάζουν στα ρηχά
Σφίγγω
Με σφίγγει ο κλοιός του δέρματος
Χαράχτηκε η μεμβράνη του τυμπάνου
Δεν αντηχεί τον πόλεμο της νιότης

Κι εδώ που οδηγήθηκα από σένα
-κλήση και εντολή μου-
εδώ που ακούω το τραύλισμα του λυρισμού
-άχρηστη τεθλασμένη
όπως τη χάραξε ο φόβος μου
παράλλαξη γλώσσας νεκρής
που επιμένουν να την ομιλούν-
εδώ, θα όφειλα ν’ απαλλαγώ απ’ τους κανόνες
λαμβάνοντας για βάσανο την ευκολία
καλλιγράφο, ξετρελαμένη για μεταφορές
Εδώ, πρόσωπο σκοτεινό
εμπόδιο στο διάβημα
βήμα του βήματος που αργεί
άλλοτε προς το οργανικό
κι άλλοτε προς το ανόργανο του χαρακτήρα
σπάνιο είδος
εμπόδισε τους
εμπόδισέ τους να συρράψουν τυπογραφικά
στη ράχη μου

Ο βρόντος νέμεται το ασυντέλεστο παρόν
Κι απ’ έξω ο δαίμων
θορυβεί






Συναίσθημα που δεν απάντησα στη φύση
σαμούρι έντρομο μπροστά στον κυνηγό
τοπίο που σαρώνει ο αέρας
μαύρη καρδιά

Και το όριο πήξεως στο χιόνι, μαύρο
Τα δύο διαμετρικώς αντίθετα σημεία, μαύρα:
ο θάνατος κι ο θάνατος

Να περιγράψω πάλι
Να γράψω en poète ώσπου το ακατονόμαστο να
μ’ ονομάσει
δίχως να επιτρέπεται να ονομαστεί

Δεν έχω κάτι άλλο να προσθέσω
Κι ούτε μπορώ να εξαρτώμαι από τα γένη
Ταράζομαι, τρομάζω, καταπίπτω
Το λεξιλόγιο επενεργεί στη φράση
Επιδεινώνομαι ενώ αναρρωννύω
Από πολλές απόψεις, μένω εκτεθειμένος
με κείνη την ανεπίθετη ευτυχία
όταν ακούω το μουσικό μοτίβο της ζωής μου
στον τελευταίο σταθμό της μεθορίου
τα χάλκινα Βουλγάρων
Κι ισορροπώ στον παγωμένο ποταμό, στο τριεθνές
Σκουριάζω
τρίκυκλο που εγκαταλείψαν δουλεμπόροι
Ίχνη φωτιάς τριγύρω
ενώ απάνω λυκοφέγγει το φεγγάρι









Όταν περάσει ο καιρός και η προτελευταία σου στιγμή γίνει η τελευταία
και τότε στο ανέκλυτο συναιρεθεί
κι ο χρόνος σου εντοπιστεί εκεί που κείται ο ξενιστής
-πνεύμα αλλοπρόσαλλο
κάποιου που επαναλαμβάνει συνεχώς την ίδια τάξη-
τότε, μην επαναπαυτείς

Τα βράδια ξεσηκώνονται τα ποιήματά σου
και νευρικά κυκλοφορούν στα βυθισμένα σπίτια
Παρενοχλούν τους κοιμισμένους
και τους ρωτούν αν ζει ο Βασιλιάς τους
Ύστερα γλιστράνε στα σεντόνια
και επωάζουν

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.