Ο έπαινος

Στον Κορνήλιο Καστοριάδη απηύθυνα αυτόν τον έπαινο στις 15 Φεβρουαρίου 1989, κατά την τελετή της αναγορεύσεώς του ως επιτίμου διδάκτορος στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τον απευθύνω και σήμερα, ως ύστατο χαιρετισμό σε χρόνο ενεστώτα και πρώτο πρόσωπο.

Από καιρό προσδοκώ αυτήν τη χάρη. Να πάρω τον λόγο σε τούτο εδώ το βήμα, πρώτη φορά ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια θητείας μου στο Ίδρυμα, όχι για να εκφωνήσω τον συνήθη πανηγυρικό, αλλά για να παρουσιάσω το έργο ενός ανθρώπου που θαυμάζω.
Έχω επίγνωση της δυσκολίας του εγχειρήματος. Γνωρίζω ότι η παρουσίαση του έργου του Κορνήλιου Καστοριάδη δεν θα ολοκληρωθεί εδώ από έναν εγκωμιαστικό λόγο, αφού «η παρουσίαση της αλήθειας» ­ δηλαδή η ίδια η φιλοσοφία ­ δεν μπορεί να γίνει με καλές προθέσεις κατά τον τρόπο των επιστημών, και, βέβαια, ούτε με τις αξιώσεις των θεμελιωδών σχημάτων της ταυτιστικής λογικής, αλλά με ρήξεις και ατοπήματα, με ανομήματα, που αναδεικνύουν ιδέες πέραν των προθέσεων μάλλον, παρά εμπρόθετες έννοιες. «Γιατί αυτό είναι η αλήθεια: ο θάνατος κάθε προθεσιακότητας» (W. Benjamin).

Ας μου συγχωρήσουν, λοιπόν, οι συνάδελφοι τις αβεβαιότητες. Ο τιμώμενος, έχοντας από καιρό διακηρύξει ότι «η επιστήμη φέρει την αβεβαιότητα στο κέντρο της, από τη στιγμή που ξεπερνά τον εμπειρικό-λογιστικό χειρισμό» και γνωρίζοντας πόσο «η λεγόμενη επιστημονική πρόοδος συνιστά εν εαυτώ πρόβλημα πρώτου μεγέθους και οπωσδήποτε μη επιστημονικό», θα με καταλάβει. Διερωτάται κι αυτός με τον Αριστοτέλη, αν ενώπιον ενός κατ’ εξοχήν μη αναγώγιμου αντικειμένου, όπως η κοινωνία, «οι όροι στην ενεργή τους χρήση, όπως το «όλον» και το «μέρος», το «ένα» και τα «πολλά», δεν έχουν καμίαν άλλη έννοια, από «ονομαστική» και «κενή» («λογικώς και κενώς»)». Ερώτηση ασφαλώς ρητορική και σκανδαλώδης, εφ’ όσον «το ερώτημα για την κοινωνία τότε μόνον εμφανίζεται ως κενό, εάν δεν απαντήσουμε σ’ αυτό ξεκινώντας από το ίδιο, αρνούμενοι τους καθορισμούς που γνωρίζουμε ή που νομίζουμε ότι γνωρίζουμε».

Η ανακήρυξη του Κορνήλιου Καστοριάδη σε επίτιμο διδάκτορα, θα χαροποιούσε τον Walter Benjamin, που έγραφε πριν από 64 χρόνια, όταν οι αρχές του πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης απέρριψαν τη διατριβή του επί υφηγεσία, τη δική του εκδοχή τής ωραίας κοιμωμένης του δάσους, εντοπίζοντας σ’ έναν μύθο το σημασιολογικό δυναμικό της αφυπνίσεως της αλήθειας. Ξύπνησε, όχι από το φιλί του γοητευτικού πρίγκιπα, αλλά από το ηχηρό χαστούκι που έδωσε ο αρχιμάγειρας στον λαντζιέρη. «Έτσι ξύπνησε η καημένη η αλήθεια, που τρυπήθηκε με τη βελόνα όταν μπήκε χωρίς άδεια στην αποθήκη, θέλοντας να ράψει μια τήβεννο καθηγητή πανεπιστημίου».

Να υποθέσω ότι αυτή η τελετή αναγόρευσης είναι κόλαφος προς όλους τους Έλληνες τηβεννοφόρους, ακόμη κι όταν ­ για λόγους συγκυριακούς ­ κυκλοφορούν με μπλου τζιν; Να παραδεχθώ ότι στις κοινωνίες του ενσωματωμένου θεάματος που θριαμβεύει ακόμη και στο βήμα των πανεπιστημίων, οι τελετές αναγόρευσης στρέφονται εναντίον του τιμωμένου, ως ανεπιτυχείς πατροκτονίες αδυνάμων υιών που διαχειρίζονται το θέαμα, αντί να καταβροχθίζουν τον «πατέρα»; Ή να υποστηρίξω ότι στην περίπτωση του Καστοριάδη η αναγόρευση έχει ήδη συντελεσθεί, εφ’ όσον η εγκαθίδρυσή του στη θέση του επίτιμου διδάκτορα (τη θέση του δικτάτορα, του «παντοδύναμου Άλλου») εξαρτάται από τη δική του εξουσία πάνω στις σημασίες και τις τηβέννους. Όχι από την εξουσία του θεσμού που τον αναγορεύει;

«Τι είναι η κοινωνία; Ιδιαίτερα τι είναι η ενότητα και η ταυτότητα (το τόδε τι) μιας κοινωνίας ή, τι συνέχει μια κοινωνία; Τι είναι η Ιστορία; Ιδιαίτερα πώς και γιατί υπάρχει χρονική αλλοίωση μιας κοινωνίας; Ως προς τι είναι αλλοίωση, υπάρχει ανάδυση του καινούργιου μέσα στην Ιστορία και τι σημαίνει αυτό;». Στα πρωταρχικά αυτά ερωτήματα που θέτει ο Κορνήλιος Καστοριάδης στη Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, αυτόν τον λαβύρινθο, στα σταυροδρόμια του οποίου παγιδεύεται η κληρονομημένη σκέψη από τον Αριστοτέλη, ο οποίος καθηλώνει τη φαντασία, έως τον Kant, που θεωρεί τη δημιουργία υπόθεση μόνο της «ιδιοφυΐας» και επικαλύπτει τον ρόλο της «υπερβασιακής φαντασίας» στην άχαρη διαπλοκή της με τον λόγο και τη διάνοια, σε αυτά λοιπόν τα ερωτήματα, εμείς, εδώ στην τελετή, οφείλουμε να προτάξουμε τη διερώτηση για το «είναι» (τι είναι η κοινωνία και τι είναι η Ιστορία;) πεπεισμένοι ότι «ο Μινώταυρος που ενισχύει τα φαντάσματά μας δεν υπάρχει». Να αμφισβητήσουμε, λοιπόν, εδώ το αριστοτέλειο νόημα του «είναι» ως «ενός», που επιφέρει μόνο διαβαθμίσεις οντολογικής τάξεως, για να κατανοήσουμε αυτό που «οι τύποι των παραδοσιακών απαντήσεων» της σκέψης μας δεν μπορούν να μας πουν: ότι δηλαδή η κοινωνία είναι «μάγμα μαγμάτων» και όχι «σύστημα ή ιεραρχία συνόλων» κι ακόμη ότι η Ιστορία είναι «ποίηση» και «γένεση οντολογική».

Την αντίρρησή του αυτή προς τον Αριστοτέλη, που κληροδοτεί στην μεταγενέστερη φιλοσοφία τη «βλέψη» αυτού το νοήματος τού «είναι» ως μονοσήμαντου και μας εισάγει οριστικά στον κανόνα του μη-πολλαπλασιασμού των όντων, αντιτείνει ο Καστοριάδης προς τον Σταγειρίτη, εδώ, σ’ αυτό το Ίδρυμα που συμβολικά τελεί υπό την προστασία του.

Την αντίρρησή αυτή υποδεχόμαστε κι εμείς, απόψε, γιατί ο Καστοριάδης φιλοσοφεί εναντίον της συνολιστικής-ταυτιστικής λογικής, και πολιτεύεται, έχοντας από τον Φεβρουάριο του 1949 συνειδητοποιήσει τη φενάκη της πολιτικής, όταν ασκείται ­ όπως έγραψε ­ «πάνω σ’ ένα ολικό επίπεδο».

Ονομάζω τη φιλοδοξία του, βούληση πολλαπλότητος, και διάσταση ως ρήξη κάθε εγκλεισμού, διάσταση μέσα και πέρα από τα όρια της ταυτολογίας ή, πάντως, του σχήματος εκείνου που άλλοτε παθητικά και άλλοτε ενεργητικά, προϋποθέτει την «αντίληψη» και το «πράγμα», αντί να τα υποτάσσει στο οντολογικά προϋποτιθέμενο «φάντασμα» (Φαντασιακή θέσμιση, σελ. 471).

Για δεύτερη φορά μετά τον Nietzsche, το «παίγνιο» του Καστοριάδη, το «φάντασμα», το «ομοίωμα» χωρίς αρχέτυπο, υπάγει την ταυτότητα στη διαφορά. Η γνώση καταργεί τον εαυτό της με τα δικά της μέσα. Η εντελέχειά της, «από προορισμός σ’ έναν ορισμένο σκοπό, γίνεται δημιουργός των σκοπών της». Η έρημος που «επεκτείνεται», συγχρόνως βλασταίνει.

Η διάσταση του Καστοριάδη με την κληρονομημένη σκέψη (τον Έγελο) έγκειται στο ότι αρνείται να υποβάλει τη φαντασία στους κανόνες της παραδοσιακής οντολογίας, υπό τη σκοπιά ή την κρίση της αλήθειας και του ψεύδους, τη λογική της ταυτότητας, του συνολισμού και του καθορισμού. Ο Καστοριάδης καταγγέλλει ως ταυτιστική απάτη την αυτο-άρνηση του λόγου. Την ίδια όμως στιγμή αναγνωρίζει ότι η λογική αυτή, χωρίς την οποία είναι αδύνατη η κοινωνική οργάνωση, συνιστά «μια sui generis σχέση μερικής στήριξης» με ό,τι προηγείται, εφ’ όσον η ίδια η ύπαρξη της κοινωνίας είναι αδύνατη χωρίς την κινητοποίηση της ταυτιστικής-συνολιστικής λογικής και τον καθορισμό τού λέγειν ως διαλογής, επιλογής, συλλογής και τελικά ως λόγου.

Οι εγκυρότεροι σχολιαστές του Καστοριάδη, όπως ο Habermas, δυσαρεστούνται όταν δεν τους παρέχει μια «μορφή που θα μεσολαβεί μεταξύ ατόμου και κοινωνίας», αποδίδοντάς του ότι αντιπαραθέτει «σχεδόν μεταφυσικά» την «κοινωνία και την ψυχή».

Στην υποτιθέμενη μεταφυσική αντίθεση ψυχής και κοινωνίας (η αντίθεση αυτή υπήρξε πάντα η ιδιοτέλεια της μεταφυσικής), ο Καστοριάδης απαντά με τη φαντασιακή διαπλοκή τους, διότι αν παραμείνει η αντίθεση αυτή «απόλυτη και ριζική, δεν μπορεί παρά να αποτύχει και να οδηγήσει στον θάνατο του ζώντος στηρίγματος της ψυχής».

Η ζωή μέσα στην κοινωνία είναι ζωή της κοινωνίας ως φαντασιακά θεσμισμένης κοινωνίας, που δεν εξαρτάται από τη χαμπερμασιανή «επικοινωνιακή ορθολογικότητα», αλλά από την άρρητη ­ και για τούτο αδιανόητη και από τον Jurgen Habermas και από τον Karl-Otto Apel ­ συνθήκη του «ριζικού φαντασιακού».

Κάθε «εξήγηση», γράφει ο Καστοριάδης, ακυρώνεται, εφ’ όσον δεν εξηγεί εκείνη τη στοιβάδα απ’ όπου προβάλλει η «ριζική ετερότητα», η οποία κάνει την Ιστορία να εμφανίζεται ως «δημιουργία». Ο ιστορικός χρόνος δεν είναι άλλος από τον χρόνο αυτής της «ριζικής ετερότητας», χρόνος δηλαδή της έκρηξης και της δημιουργίας που δεν έχει περισταλεί από την ανάγκη του καθορισμού και όπου «το παρόν είναι κατά μία άποψη το αυτό και κατά μία άλλη όχι».

Κορνήλιε Καστοριάδη, ποια είναι η αλήθεια με την οποία έχουμε ανοιχτό λογαριασμό; Επιδέχεται το ερώτημα απάντηση; Και ποιος απαντά: Ο φιλόσοφος, ο ψυχαναλυτής ή η αυτονομία; Όσο για μένα, που ερωτώ φιλύποπτα, ας πω ότι τη στιγμή που στην «Ψυχή ανήκει ο λόγος που αυξάνει από μόνος του», αρμόζει συγχρόνως και η δύσπιστη, αλληγορική μελαγχολία τού παρατηρητή μιας κοινωνίας που παραπαίει και μιας πολιτικής που παρεκτρέπεται. Δύσπιστη, επαναλαμβάνω, μελαγχολία, όχι μόνο γιατί «η Ψυχή τίποτα δεν βρίσκει στον εαυτό της που να την ικανοποιεί», αλλά και γιατί δεν βρίσκει πια τίποτα ούτε στον λόγο.

Αυτό το άνευ λόγου της ψυχής, το λόγου χάριν, που οφείλεται στον εαυτό της («η ψυχή είναι το ίδιο της το χαμένο αντικείμενο») και που σήμερα ­ σ’ αυτήν τη «στροφή» του κόσμου που επεσήμανε ήδη ο Ξένος στον Πολιτικό του Πλάτωνος ­ αναδεικνύεται με το ψευδώνυμο του «τέλους» («τέλος της φιλοσοφίας»), μας επιβάλλει σύμφωνα με το δικό σου σχήμα, μια πανίσχυρη φαντασιακή σημασία: ¨τον μηδενισμό ενός fin de si ecle που ζούμε και ζεις δραματικά.

ΤΑ ΝΕΑ, 03-01-1998

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.