Ποιος φοβάται τη Βεατρίκη;

Ο Γιώργος Βέλτσος γράφει για να χάσει το επίθετό του. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίον στράφηκε προς την ποίηση: γι’ αυτό, και για να ξεμάθει όσα έμαθε, όσα οι κοινωνικοί φόβοι μιας άλλης ηλικίας τον έκαναν να γνωρίσει. Το δικαίωμα αυτό η «ληξιαρχική ηθική» που, εκτός από τα δημόσια έγγραφά μας, φαίνεται να διέπει και μεγάλο μέρος της εγχώριας λογοτεχνικής κριτικής, δεν στέργει να του το αναγνωρίσει – τη εξαιρέσει λίγων αλλά σπουδαίων ομοτέχνων του (Χειμωνάς, Μαρκίδης, Κακναβάτος). Αντιλαμβάνομαι τον λόγο. Οι μορφασμοί του Βέλτσου απάδουν της κρατούσας, ρομαντικής και προ-μοντέρνας, αντίληψης, η οποία θέλει, μεταξύ άλλων, τον ποιητή φορέα ενός προσώπου που να το νιώθεις ατόφιο πίσω από τις λέξεις, και κομιστή μιας μετουσιωμένης και αισθητικά αναπλασμένης βιωματικής αλήθειας, που να ενδιαφέρεται να γίνει και δική μας.

H «φραστική εξαφάνιση»

Για να αντιληφθούμε τι υποθάλπει αυτή την υπεροχή της «ηθικής» του προσώπου – η οποία αποψιμυθιώνεται οσάκις η δοσοληψία της με τον πολυκέφαλο (συντεχνία των ποιητών, λογοτεχνικά περιοδικά, Πανεπιστήμιο κτλ.) θεσμό, που τη συντρέχει, την ανάγει σε αρχή έκδοσης διαβατηρίων για τη χώρα της ποίησης – επί του εξωηθικού και αταυτοποίητου υποκειμένου της ποιητικής γραφής, θα πρέπει να αναδιφήσουμε τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώθηκε το ποιητικο-ερμηνευτικό ερώτημα στην Ελλάδα. Θα πρέπει, παραδείγματος χάριν, να απαντήσουμε γιατί ο λογικός όρος δυνατότητας της μοντέρνας ποίησης, που διατυπώθηκε από τον ιδρυτή της Στεφάν Μαλαρμέ, και πρεσβεύει τη «φραστική εξαφάνιση του ποιητή», δεν εξασφάλισε ποτέ τη συναίνεση του milieu, ούτως ώστε να επιφέρει μιαν αλλαγή στο κυρίαρχο γούστο, η οποία θα αποτυπωνόταν όχι μόνο στην ποίησή μας αλλά και στην ερμηνεία της. (Και σε αυτή την περίπτωση, οι εκατέρωθεν εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.) Ειδικά σε ό,τι αφορά τη δεύτερη, φρονώ πως σπανίως εγκατέλειψε την περιφέρεια ενός ουροβόρου κύκλου, αρκούμενη στην απογραφή της πολυσημίας του ποιητικού έργου, η οποία είναι μεν σε θέση να λογοδοτήσει για τη σημαίνουσα οικονομία του, αλλά απωθεί την αποσημασιολογημένη υλικότητά του.

Μέλημα των παραπάνω διατυπώσεων είναι να υπογραμμισθεί η ανάγκη ανανέωσης του λόγου της κριτικής, μέσω της επινόησης νέων ή, τουλάχιστον, πιο ευρύχωρων κριτηρίων και κατηγοριών, που θα επιστρατεύονταν για την αποτίμηση των ευάριθμων, αξιόλογων ποιητικών εγχειρημάτων των ημερών μας, όπως του Βέλτσου. Και αν αδυνατούμε να απαλλαγούμε από την ερμηνευτική – για λόγους που είναι καθήκον της έρευνας να αναδείξει -, δεν συνεπάγεται πως οφείλουμε να την ασκούμε χονδροειδώς, ή πως δεν οφείλουμε να την εκλεπτύνουμε. H κριτική αποτελεσματικότητα αποκαθίσταται, λόγου χάριν, αν αποστρατεύσουμε τη φθαρμένη αντίθεση μεταξύ μορφής και περιεχομένου – και την αλυσίδα των συνωνύμων της -, μεταφέροντας, στον χώρο της ποίησης, την πολύ πιο λειτουργική διάκριση μεταξύ φυσικών (π.χ. Βέλτσος, Λιοντάκης, Πασχάλης) και φορμαλιστικών (π.χ. Λάγιος, Αρανίτσης, Δημητριάδης) γλωσσών, η οποία μπορεί να μετέρχεται έννοιες της ερμηνευτικής, αλλά λαμβάνει επιπλέον υπ’ όψιν μετα-ερμηνευτικά στοιχεία, με τα οποία και τις αντιπαραθέτει.

Δεκατριάχρονη πορεία

Το H Βεατρίκη είμαι σχηματίζει, μαζί με τον Απάνθρωπο (Ινδικτος, 2003) και το Πρέπει, άκων, να χαρώ! (I(Ινδικτος, 2004), μια τριλογία, η οποία εξελίσσει εκούσα ένα ποιητικό πρόγραμμα που κατατάσσεται ειδολογικά σε ό,τι θα μπορούσε να ονομαστεί μοντέρνος λυρισμός. Θα έλεγα, μάλιστα, πως το ολοκληρώνει, αφού, με τη Βεατρίκη, διαγράφονται πλέον ξεκάθαρα οι δυνατότητες και τα όριά του, και καλλιεργούνται μεγάλες προσδοκίες για τη διάδοχο κατάσταση. Ο μοντέρνος λυρισμός του Βέλτσου εγκαινιάζεται επισήμως με τη μεγάλη του σύνθεση Σκιά (Ικαρος, 2002) – μεταφρασμένη αριστουργηματικά στα αγγλικά από τον Ντέιβιντ Κόνολι (Σκιά / Shadow, Ινδικτος, 2004) -, σταθμό στη δεκατριάχρονη ποιητική του πορεία, και επίτευγμα της πρόσφατης ποιητικής μας παραγωγής. Και λέω «σταθμό», γιατί, παρ’ ότι όλα, στον Βέλτσο, καταλήγουν να περισυλλεχθούν στην ενότητα μιας μονογραφής, η Σκιά σηματοδοτεί μια στροφή, η οποία εκδηλώνεται με την άνευ όρων προσχώρησή του στην αυτεξουσιότητα της ποιητικής γλώσσας. Εφεξής, η ποίηση μετατρέπεται, για τον Βέλτσο, σε δύναμη καταστρεπτική για οτιδήποτε έξω από αυτήν, κηρύσσοντας ένα γενικευμένο πένθος για τις μη ποιητικές χρήσεις της γλώσσας και τη χαμένη τους ισχύ. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι μη ποιητικές χρήσεις της γλώσσας έχουν εξαφανιστεί. Σημαίνει, απλώς, ότι απαντούν μόνο στη διάσταση της ανεπάρκειάς τους, και ότι η ποίηση σχετίζεται μαζί τους μόνο στον βαθμό που τις παρενοχλεί. Ο δυνητικός μελετητής του ποιητικού έργου του Βέλτσου καλείται να εξετάσει τους όρους δυνατότητας αυτής της στροφής, τα αξιώματα και τις αξιώσεις της, τα ίχνη που την προοιωνίζονται, αλλά και τα ίχνη που μέχρι σήμερα την αποτυπώνουν· κυρίως δε, το μεταφυσικό έδαφος στο οποίο εδράζεται, και πώς αυτό ασφαλίζεται ή αποσταθεροποιείται συναρτήσει του πρωτείου που απονέμεται στην αλήθεια ή τη μη-αλήθεια στους κόλπους ενός χιάσματος, το οποίο φωλιάζει στην καρδιά της ποίησης.

Σε κάθε περίπτωση, θαρρώ πως δεν έχουμε σταθμίσει επαρκώς, και με την απαιτούμενη κριτική γενναιοφροσύνη, την εκπληκτική πρόοδο που έχει συντελεστεί από τα πρωτόλεια Σύμβολα (Πλέθρον, 1993) ως τη Βεατρίκη. Και θα πρέπει να θυμόμαστε πως προοδεύει μόνο όποιος μαθητεύει. Υπαινίσσομαι την αξιέπαινη υποκειμενική στάση του Βέλτσου έναντι της ποίησης: τη μαθητεία και, επομένως, τη συνεχή κρίση και δοκιμασία, υπό μορφήν υποβολής «εκθέσεων προόδου». Πάντως, δεν χρειάζεται να ανησυχεί: το παιδί του με «της Ποιήσεως τη ρώμη» έχει πάψει προ πολλού να τον έχει ανάγκη.

Χάρης Ε. Ράπτης

Δημοσίευση στην εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής 19.02.2006

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.