Γραφή σημείο μηδέν

Υποδηλώνω σημαίνει, κατ’ αρχάς, αφήνω κάτι να υπάρξει έξω από μένα· ει δυνατόν μέσα στην ολότητά του· κατ’ εξοχήν ως πρωτοεμφανιζόμενο νόημα, νόημα το οποίο πρωτύτερα ήταν αφανές· και όχι απλώς αφήνω κάτι να υπάρξει, μα αυτό το κάνω έμμεσα, πλάγια, με υπαινιγμούς – τελικά υποδηλώνω σημαίνει στην ουσία νοηματοδοτώ· μα όχι κατ’ ανάγκην μιλώντας – και αυτό είναι το σημαντικό· πράττοντας ίσως, ενεργώντας σκόπιμα -μα όχι κατ’ ανάγκην εγκεφαλικά-, σκόπιμα σημαίνει το πράττειν μου «νοηματοδοτεί», όχι «πράττω αυτό με σκοπό να πετύχω κάτι άλλο», μα πράττω κατόπιν εσωτερικής επιταγής: το πράττειν τού δημιουργού νοηματοδοτεί και θεμελιώνει. Μορφές και τύπους· καλλιτεχνικούς γνώμονες και αισθητικές. Τι, αλήθεια, κάνει η γραφή; Συνήθως μιλά, μα όχι πάντα· μπορεί και να σωπαίνει· τότε όμως είναι που κατ’ εξοχήν σημαίνει, σημαίνει σ’ ετούτη την περίπτωση, κραυγάζοντας· το κρυμμένο.

Ο ποιητικός μονόλογος «Ρημάζει» του καθηγητή Θεωρίας της Επικοινωνίας του Παντείου Πανεπιστημίου Γιώργου Βέλτσου, που τα τελευταία χρόνια ασχολείται συστηματικά και με ζέση με την ποίηση -και όχι μόνον-, συνιστά το τελευταίο ποιητικό του πόνημα και γράφτηκε μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα – μέσα σε μερικές ημέρες. Ο συγγραφέας, έχοντας συντάξει έναν σημαντικό αριθμό θεωρητικών κειμένων -τα περισσότερα αφορούν τον χώρο των κοινωνικών επιστημών-, παίρνει ενίοτε μια απόσταση από τον θεωρητικό λόγο και από τα παιδαγωγικής φύσης καθήκοντα που αυτός υπαγορεύει για να στραφεί σε εκφραστικά μέσα άλλης φύσης και άλλων απαιτήσεων, όπως η ποίηση και το θέατρο, διαγράφοντας μια διαδρομή έντονα εσωτερική όσο και μ’ ευδιάκριτα προσωπικά χαρακτηριστικά. Στο θεωρητικό του πόνημα του 1987 «Η μη-κοινωνιολογία» (βιβλίο το οποίο έτυχε εκτενούς βιβλιοκριτικής από τον Γιώργο Χειμωνά στο περιοδικό «Διαβάζω»), και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο «Η αναφορά στον Καντ», αναφερομένου στην τρίτη καντιανή Κριτική -κείμενο που έχει συνεισφέρει τα μέγιστα στη συγκρότηση του μεταμοντέρνου ως ιδεολογικού και αισθητικού ρεύματος-, σημειώνει: Να μην εφαρμόζουμε κανένα αντικειμενικό – γενικό κριτήριο. Να μην αρκεστούμε στην έννοια που μας επιβάλλεται για το αισθητικό αντικείμενο, αλλά να αναζητήσουμε, πέρα από τον θεσμό, δηλαδή πέρα από την οντολογική – θεσμική διάκρισή του, τι πρέπει και τι δικαιούται να είναι ή να μην είναι αισθητικό: τον ειδοποιό παράγοντα του έργου, που είναι πάντα ο ειδοποιός παράγοντας αυτού του συγκεκριμένου έργου, με τα κριτήρια που αυτό το ίδιο το έργο μάς προτείνει για να το κρίνουμε. (Η μη-κοινωνιολογία, σ. 140).

Ο συγγραφέας, ταλανισμένος επί χρόνια, μέσα και στο πλαίσιο του πανεπιστημιακού του λειτουργήματος, από την οίηση της γραφής να ασκεί περιοριστική και εν πολλοίς εκμηδενιστική εξουσία πάνω στα νοήματα που διατυπώνει σαν ακροτελεύτιο όργανο τούτη ενός εργαλειακού λόγου που περισσότερο καταστέλλει παρά διαπαιδαγωγεί και απελευθερώνει, ζητά καταφύγιο και όχημα των δικών του γνωστικών και λεκτικών σχημάτων στον ποιητικό λόγο – σ’ ένα κείμενο όμως που σπάζοντας, ει δυνατόν, κάθε δεσμό με την παράδοση της αφήγησης, θα συνιστά αυτό το ίδιο την αφετηρία και το πλαίσιο αναφοράς μέσα στα οποία θα εξεταστεί και θα αξιολογηθεί. Ο ποιητικός μονόλογος «Ρημάζει» -αν μπορούμε ν’ αποκαλέσουμε τούτο το κείμενο έτσι-, ρημάζει πραγματικά ανέστιος σε κάποια αραχνιασμένη γωνιά κάποιας παλιάς σοφίτας του Παρισιού ή της Πράγας, σαν ένα κείμενο που θα μπορούσε να ‘χει γραφεί από κάποιον αποκρυφιστή του Μεσαίωνα, αποκρυστάλλωμα κάποιου οράματος, αλχημική αντίδραση – «αρχέτυπο», μιας γραφής που θ’ αποδικωποιήσει το αρχικό σύνθεμα δέκα αιώνες μετά, μέσα από τη γραφίδα του ποιητή του 21ου αιώνα. Το «Ρημάζει» είναι ένα άλαλο κείμενο· ένα άλαλο κείμενο που αφουγκράζεται και δονείται και προπάντων υποδηλώνει.

Το «Ρημάζει» μόνο ένα συνηθισμένο κείμενο δεν είναι. Στην πρώτη ανάγνωση αφήνει τον αναγνώστη αμήχανο, καθώς τούτος δεν μπορεί ν’ αποφασίσει σε τι είδος λόγου θα μπορούσε να το εντάξει. Στη συνέχεια, προσανατολιζόμαστε στο ότι δεν πρόκειται τόσο για λόγο όσο για γραφή. Αυτό που πραγματικά σαστίζει είναι πώς τούτη η γραφή δεν φαίνεται να μιλά· οι προτάσεις – στίχοι τού «Ρημάζει», η μία μετά την άλλη, δεν «λένε κάτι» ούτε στο ελάχιστο αποκρυσταλλωμένο, μα αποσυνθέτουν ένα κάτι. Το επίτευγμα του συγγραφέα να γράψει ένα κείμενο που έχει απεκδυθεί κάθε στοιχείου προσωπικού ύφους κάνει το κείμενο αμιγή γραφή – σύμφυρση παραπομπών, είναι πράγματι ένας λόγος που θα μπορούσε να μιλάει, αν στεκόταν δυνατόν να προσδιοριστεί ποια οντότητα αρθρώνει έναν τέτοιο αποδιαρθρωτικό και αποδομητικό λόγο, πράγμα όμως που παραμένει ένα ερώτημα· το κείμενο, έχοντας αποσυνθέσει ένα μεγάλο πλήθος νοηματικών κέντρων, εμφανίζεται τελικά ως μία εκκωφαντική μα νοηματοδοτούσα σιωπή, μία απουσία ενός πρωταρχικού νοήματος, ένας λόγος που κείτεται αποσυντιθέμενος στην πρωτογενή του κειμενικότητα.

Τούτο το ιδιότυπο αλχημικό αμάλγαμα συνιστά κατ’ εξοχήν λογοτεχνία, μα τούτη η νοηματική υποδήλωση μιας πρωταρχικής απουσίας είναι ό,τι θα έφερνε σε απίστευτη αμηχανία όχι μόνον έναν κλασικό μυθιστοριογράφο, μα και έναν φιλόσοφο της αρχής του 19ου αιώνα. Αν η δυτική μεταφυσική άφησε απ’ έξω έναν ολόκληρο σφύζοντα, μα υπόρρητο και αφανή για χιλιετίες χώρο παραστάσεων, ενορμήσεων, αρχετυπικών εικόνων, νοημάτων και παραπομπών, η σύγχρονη τέχνη είναι κατεξοχήν η πραγματικότητα που δείχνει τον δρόμο για τη διείσδυση σ’ αυτόν τον μέχρι πριν από δύο αιώνες επτασφράγιστο χώρο. Αν ήδη ο Μπουζιάνης προσθέτοντας ένα τρίτο πόδι στο μοντέλο του και μιλώντας πάντα μέσα από τις συμβάσεις (πράμα που είναι πολύ βασικό για το εγχείρημά του), παραβιάζει την ορθολογική τάξη της αναπαριστώμενης πραγματικότητας, ο Αντον Βέμπερν (Anton Webern) με τα πέντε κομμάτια opus 10, ο Τζον Κέιτζ (Joh Cage) με τα πρελούδια για προετοιμασμένο πιάνο και ο Πάουλ Τσέλαν (Paul Celan) με τα σύντομα γυμνάσματά του, διασπούν απ’ άκρου εις άκρον το κέλυφος των εγελιανής φύσης γνωστικών μας σχημάτων, διαρρηγνύοντας τη δυτική Εννοια (Begriff) και αφήνοντας έναν φυλακισμένο κάτω από αυτήν ωκεανό παραπομπών, παραστάσεων και νοημάτων να πλημμυρίσει. Το αν τούτη η πλημμύρα παρασέρνει αμετάκλητα ό,τι προηγήθηκε αυτής ή αν τούτη την προγενέστερη πραγματικότητα την ολοκληρώνει, επιτρέποντας μία οικοδόμηση του νεότερου πάνω στο πολύτιμο σώμα της, μένει σαν ανοιχτό ερώτημα, παρά όμως τα πλήθος αισθητικής φύσης ερωτήματα που αναφύονται, το επιμύθιο είναι ότι τόσο ο 20ός αιώνας όσο και η καλλιτεχνική avant-garde και η σύγχρονη σκέψη προσέφεραν, καθώς συνεισέφεραν στην απελευθέρωση κρυμμένων όσο και αναγκαίων δυναμικών που για χιλιετίες πίεζαν εκ των ένδον τα δυτικά παγιωμένα σχήματα.

Αν σύμφωνα με τον κριτικό του φωνοκεντρισμού Ντεριντά (Derrida) -ένας στοχαστής που εμπνέει τον συγγραφέα τού «Ρημάζει»- θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα «αρχικό κείμενο», που ποτέ δεν γράφτηκε σαν τέτοιο, μα που εμφανίζεται στις αλλεπάλληλες μεταγραφές του μέσα από την ατέρμονη μεταφρασιμότητα των σημαινόντων του, ίσως το ζητούμενο για το «τελικό κείμενο» θα ήταν τούτο να μιλά, να αρθρώνει, να διατυπώνει. Τι θα ‘ταν αλήθεια, ένα κείμενο που δεν εκπληρώνει τις στοιχειώδεις λειτουργίες «τού λέγειν;» Είναι δυνατόν να υπάρξει ένα ανάλογο κείμενο που δεν θα είναι απλώς σύμφυρμα άναρθρων παραμέτρων της γραφής; Αν ναι, τότε θα πρέπει τούτο να διέπεται από τις στοιχειώδεις δομικές συμβάσεις του λόγου -ακόμα και αν πρόκειται αυτές να είναι οι πλέον στοιχειακές- και «να σημαίνει». Ποιες όμως είναι οι σημασίες στις οποίες παραπέμπει ένα κείμενο που συγκροτείται σχεδόν αποκλειστικά από την πρωτογενή και στοιχειακή κειμενικότητά του;

Η ουσία της δυτικής σκέψης εκφράστηκε μέσα στο έργο των μεγάλων φιλοσόφων, την κάθε φορά και με διαφορετικό τρόπο, πάντα όμως υπήρξε ό,τι συνιστούσε υπόβαθρο και προϋπόθεση της ύπαρξης και της εμφάνειας – υποστήριγμα, θεμέλιο. Κατά τη γνώμη μας, παραμένει ένα ερώτημα το κατά πόσον η ουσία, στην παραδοσιακή σκέψη, εκφράστηκε πράγματι με όλους τους επαρκείς τρόπους, ή μήπως η την εκάστοτε φορά διατυπωνόμενη ουσία υπήρξε πάντα έκφανση ενός άρρητου κομματιού της, ενός άρρητου πυρήνα της, ο οποίος μπορεί να στέκει ως προϋπόθεση κάθε εκπεφρασμένου νοήματος και κάθε συγκροτημένης εννοιολογικής σύλληψης. Αν δούμε το πρόβλημα από αυτή την οπτική, τότε ουσία δεν σημαίνει παρουσία μα ακριβώς το αντίθετο: τυφλή περιοχή και μη Ον -ένα κομμάτι τουλάχιστον της περιοχής τής ουσίας- αρχή και επιστημολογική προϋπόθεση, αρνητικά προς την οποία συγκροτούνται τα νοήματα. Ο κόσμος, ένα «μωσαϊκό σημασιών» και νοημάτων, υποβαστάζεται, σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, από μίαν «άρρητη προϋπόθεση», από μία αρχή που είναι πολύ κοντά στο μη Ον των αρχαίων και στο Χάος του Ησίοδου.

Αν η ουσία των πραγμάτων είναι «κρυμμένη» και σιωπηλή, το δεδομένο αυτό συνιστά κατεξοχήν έναν λόγο και ένα κίνητρο που σπρώχνει το σύγχρονο άτομο -σήμερα περισσότερο παρά ποτέ άλλοτε- στην πράξη, ούτως ώστε η συνειδητή του δράση ν’ αποτελέσει το μέσον για την εξόρυξη από την Αβυσσο του άρρητου, της περιοχής των μορφών, των σχημάτων, των θεσμών και των νοημάτων, με τα οποία θα θεμελιώσει την ύπαρξή του αλλά και θα θρέψει την αισθητική του. Και αφού μιλάμε για πράξη, θα λέγαμε πως το «Ρημάζει» είναι κατ’ εξοχήν ένα πράττειν, πράξη καλλιτεχνική, ποιητική, μα και πράξη νοηματοδότησης. Πίσω του κρύβει την αναπόδραστη πραγματικότητα

– υπόβαθρο κάθε έργου τέχνης: την ανυπαρξία, το μη Ον, το χάος του άρρητου και του αόρατου – ουσία κάθε μορφής, η οποία, με τη σειρά της, αναδύεται μέσα και αρνητικά από τούτη την άρρητη προϋπόθεση. Η «τυφλή» αυτή περιοχή είναι η σιωπηλή προϋπόθεση του «Ρημάζει», ως προς την οποία τούτο υπάρχει αρνητικά, δίχως όμως να συνιστά νοηματοδότηση τούτης της περιοχής, ως αυτοτελές έργο υποδηλώνει κάτι τελείως δικό του: την αποσυντεθειμένη, μα αυτόνομη κειμενικότητά του. Το dumb-born book (το «άλαλο εκ γενετής βιβλίο») του Εζρα Πάουντ βρίσκει στους στίχους τού «Ρημάζει» αυλάκια χαραγμένα με μελάνι στο σώμα του βιβλίου, όπου κυλά το αίμα ενός εξόχως πρωτότυπου και ιδιαίτερου κειμένου. Το «Ρήμα – ζει» του πονήματος είναι η τελευταία και ακραία αποδόμηση που θα επιχειρήσει ο Γιώργος Βέλτσος, αναγκαία για να επιβιώσουν με αξιοπρέπεια και αυτός και το έργο του.

Δήμος Μαρούδης – Ελευθεροτυπία 28.05.2010

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.