Το περί ου ο λόγος

Τι δεν θα είχα πει, πριν από πέντε χρόνια, στις 27 Νοεμβρίου 2004, καλεσμένος από τη Γιώτα Κραβαρίτου στο Συνέδριο «Δίκαιο και τέχνη του λόγου»; Τι δεν θα είχα πει, που θα μπορούσα να το πω σήμερα, απούσης της Γιώτας;

Τότε, στο κείμενό μου, δημοσιευμένο στον ομώνυμο τόμο από τις εκδόσεις Σάκκουλα, αναρωτιόμουν επίσης για το «τι δεν θα είχα πει» και πριν από σαράντα χρόνια, φοιτητής στην alma mater μου, τη Νομική Σχολή. Ήθελα τότε, μ’ αυτόν τον τετελεσμένο μέλλοντα («τι δεν θα είχα πει»), που εμφάνιζε το παρελθόν μου ως μέλλον, να καταθέσω μιαν υπόθεση σύμφωνα με την οποία αυτός ο γραμματικός τύπος (ο τετελεσμένος μέλλοντας) διακύβευε το παρόν μου, ως ποιητή πλέον και όχι ως νομικού, επειδή –όπως έγραφα στη σύντομη εισήγησή μου– το παρόν μου λειτουργούσε αναδρομικά σαν επιφάνεια προβολής, σαν ένα κάτοπτρο, το καθρεφτάκι της ματαιόδοξης βασίλισσας στη Χιονάτη, που πρέπει να της απαντήσει αν είναι η ομορφότερη: Υπήρξα νομικός; – είμαι ποιητής; Υπήρξα ποιητής; – είμαι νομικός; Ένα «είμαι» αναδιπλασιασμένο στο «υπήρξα», εξαιτίας της επανάληψης: να δίνομαι στην επανάληψη, να μπορώ να επαναλαμβάνομαι μετακινούμενος από τον ένα χρόνο του ρήματος στον άλλον, από τη μία πλευρά του καθρέφτη στην άλλη, αναγνωρίζοντας σ’ αυτή την ανακλαστική επαναληπτικότητα την πολλαπλότητα των ειδώλων μου. Γραμματολογικά: την ανεξαρτησία της σημασίας ως προς το εκάστοτε νόημα. Δυνατότητα, προφανώς, όλων μας, όχι μόνο για μια χρονική απομάκρυνση από το ίδιο μας το παρελθόν, αλλά και για μια εγγύτητα του παρελθόντος μας προς το παρόν μας, πράγμα που ενδέχεται –αν το θέλουμε και αν το προσέξουμε– να ενεργοποιεί ένα πλεόνασμα σε σχέση με ό,τι έχουμε ήδη πει: ένα «θέλω-να-πω» που, επειδή θέλει, διακινδυνεύει να-μην-θέλει-να-πει-τίποτα. Υπήρξα ποιητής; Είμαι νομικός; Και αντιστρόφως, χωρίς καμία εγγύηση για την απορητική αυτή απόφανση, καμία επιβεβαίωση, ούτε από τη μία ούτε από την άλλη πλευρά, απορία διαρκής προς κάποιον που εισέρχεται στο παιχνίδι της «διαφωράς», το οποίο έχει «ως αποτέλεσμα καμία λέξη, καμία έννοια, κανένα εκφώνημα μείζονος σημασίας να μη συγκεφαλαιώνουν ή να μην καθοδηγούν» ό,τι ο Ντερριντά αποκαλεί, στις Θέσεις του, «κίνηση και κειμενική διαχώρηση των διαφορών».

Το γεγονός ότι ο Αντώνης Μανιτάκης μού έκανε την τιμή να με θεωρήσει ως τον κεντρικό ομιλητή αυτής της ιδιαίτερης για όλους μας ημέρας, μου επιτρέπει σήμερα, επαναλαμβάνοντας τα όσα σημείωνα στην εισήγησή μου το 2004, να πω ότι είμαι ποιητής επειδή είμαι νομικός – χωρίς να είμαι βέβαιος ούτε για το ένα ούτε για το άλλο. Απευθυνόμενος τότε κυρίως στη Γιώτα, που σ’ όλη της τη ζωή μοιράστηκε τις ίδιες αμφιβολίες, έλεγα ότι «το ποίημα εμφανίζεται ως το ιδιότυπο εγχείρημα ενός νόμου» που διέπει τον νόμο και τα είδη της γραφής, εφόσον ο «νόμος του είδους» (επιστήμη-λογοτεχνία) είναι νόμος υπερκέρασης του ενός είδους από το άλλο, διότι η γραφή είναι κατ’ ουσίαν μια διαδικασία υπερεκχείλισης και πλεονασμού.

Τότε, πριν από σαράντα πέντε χρόνια ως φοιτητής, δεν θα είχα πει αυτό που είπα στο Συνέδριο πριν από πέντε χρόνια ως καθηγητής, και που το επαναλαμβάνω απόψε ως ποιητής-καθηγητής, εγκιβωτίζοντας τη σημερινή μου ομιλία στο κείμενο του Συνεδρίου που είχε οργανώσει η Γιώτα, ως εάν η Γιώτα να οργάνωσε και την αποψινή συνάντηση στον δικό της τετελεσμένο μέλλοντα, που, σε αντίθεση με τον δικό μου, είναι πλέον οριστικός. Πράγμα που δεν εμποδίζει, και σ’ αυτή την ανταλλαγή κειμένων μεταξύ της Γιώτας και εμού, να υπογράφει ο ένας για τον άλλο και αυτά που λέω εγώ εξ ονόματός της και όσα η Γιώτα είπε υπό τας γραμμάς στη δική της εισήγηση. Το «μαζί» έχει πάντα την έννοια ενός «πορευόμαστε μαζί τη μοίρα των θνητών». Έτσι το αντιλαμβάνομαι, διότι, όταν ο ένας εκ των δύο είναι παρών και ο άλλος απουσιάζει, αυτό το «εμείς» γεφυρώνει τον θάνατο με τη ζωή και φωτίζει το σκάνδαλο της συνομήλικης διαφοράς (ο ένας να ζει και ο άλλος να έχει πεθάνει), διευκολύνοντας εκ των υστέρων μια συνομιλία που δεν ολοκληρώθηκε. Ως εκ τούτου, το αίνιγμα του τετελεσμένου μέλλοντα μπορεί απόψε να απαντηθεί, εδώ που τίθεται η ασύμμετρη δομή της εκφοράς: καθώς ο άλλος είναι απών και, εν πάση περιπτώσει, αδιάφορος πλέον να προβάλει τις ενστάσεις του στον παλαιό συμφοιτητή του, ο οποίος πάντα υπερέβαλλε.

Δεν μπορώ, ωστόσο, παρά να προβώ και σε ορισμένες διευκρινίσεις, ενοφθαλμίζοντας αυτή τη φορά τμήμα μιας εισήγησής μου σε ένα άλλο συνέδριο, με θέμα «Οι Κοινωνικές Επιστήμες σήμερα», που διοργανώθηκε τον Απρίλιο του 2006 από τη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Εκεί –κατά την τελευταία μου εμφάνιση ως καθηγητή Πανεπιστημίου–, υπογράμμιζα πως, για να αξιώσει ένα κείμενο την προσοχή του ακροατή του, πρέπει προηγουμένως να ακουστεί στη γλώσσα του. Έθετα παράλληλα το ερώτημα ποια είναι η γλώσσα που ακούει ο ακροατής. Και, αν ο ομιλών έχει μόνο μία γλώσσα, η οποία παρά ταύτα δεν είναι η δική του, τότε σε ποια γλώσσα μπορεί να απευθυνθεί; Οι αναγνώστες του Ντερριντά αντιλαμβάνονται την προβληματική της «μονογλωσσίας του άλλου», υπό την εμβληματική φράση του Γάλλου φιλοσόφου: «Ναι, δεν έχω παρά μία μόνο γλώσσα, και όμως δεν είναι η δική μου».

Στην περίπτωσή μου, η γλώσσα που έχω και που δεν είναι η δική μου, είναι πλέον η ποίηση. Και ό,τι επομένως θα πω στη συνέχεια, εκτός ποιήματος, θα είναι αναγκαστικά σε μια ξένη γλώσσα, που παραδόξως είναι η δική μου. Διότι αυτή την ξένη γλώσσα έμαθα στη Νομική Σχολή της Θεσσαλονίκης, με αυτή την ξένη γλώσσα προσπορίζομαι τα του βίου ως καθηγητής ξένων γλωσσών στην Αθήνα, και, επιτέλους, αυτή τη γλώσσα περιμένουν να ακούσουν οι φίλοι που μου έκαναν την τιμή να με προσκαλέσουν.

Αυτό, ωστόσο, που οι νομικοί αναμένουν από εμένα συνιστά εγγενές πρόβλημα της επιστήμης τους. Πράγμα το οποίο φάνηκε στο Συνέδριο «Δίκαιο και τέχνη του λόγου» και διευκρινίστηκε δεόντως από τη Γιώτα Κραβαρίτου, στο εξαιρετικό κείμενό της «Δίκαιο και λογοτεχνία: όψεις και κατόψεις», όπου η Γιώτα επέμενε στην καταγωγική ταύτιση νόμου και ποίησης ως μιας ενιαίας ars verbis.

Φάνηκε τι; Ότι αυτό που κατατίθεται με τρόπο ιδιωματικό σε σχέση με τις μορφές επιχειρηματολογίας που επιλέγει η νομική επιστήμη, διαθέτει τα ρητορικά εκείνα στοιχεία που το εντάσσουν σε μια αφηγηματική ρητορική συγγενή με τη ρητορικότητα του νομικού ιδιώματος, η οποία συχνά ωθεί τον διορατικό νομικό να θεωρεί αυτή την «ανωμαλία» (τη λογοτεχνικότητα) ως συστατική προϋπόθεση και του δικού του επιστημονικού λόγου. Εάν μάλιστα ο νομικός κατανοεί τη «λογική της αναπληρωματικότητας» και, κυρίως, το προβάδισμα της μετωνυμίας ως προς τη μεταφορά, σε αυτή τη ρητορική επιπλοκή εντός της νομικής επιστήμης, τότε θα αντιληφθεί ότι η «λογοτεχνία» προτείνει την κατεξοχήν δηλωτική γραφή της κρίσης του νοήματος και, κυρίως, αντιστρέφει τις προϋποθέσεις μιας συμβατικής αλήθειας ως adaequatio rei et intellectus υπέρ όχι του πράγματος, αλλά του σημαίνοντος. Διαδικασία που θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω, θέλοντας να δείξω τον τρόπο με τον οποίο διασπείρονται τα σημασιολογικά σθένη από τη γραφή που αναστιγματίζει τον εαυτό της, στο επίπεδο –ας πούμε– του κειμένου που σας διαβάζω και που ήδη γράφεται, αλλά για μια προσεχή συνάντηση που εγώ δεν θα είμαι παρών, μια που από χρόνια φροντίζω ώστε τα θεωρητικά μου κείμενα να εγγράφουν ήδη το ποιητικό τους βεληνεκές – πέραν του τάφου. Μέριμνα, ομολογώ, αποτυχίας, εφόσον η προετοιμασία αυτή –εν ζωή– φέρνει στον νου τον ερημοσπίτη εκείνο που δεν έχει πού την κεφαλή κλίναι – και που προσκαλείται περιστασιακά σε συνέδρια.

Τι δεν επέτρεψε στη Γιώτα να γίνει η καλλιτέχνιδα που όφειλε να γίνει; Το ερώτημα θα μπορούσε να τεθεί και για τον συμφοιτητή της που το κατόρθωσε εσχάτως, χάρη στην αναβολή που του παρέχει ο θάνατος (η επιβίωσή του). Χάρη που έδινε ο σουλτάνος στη Σεχραζάτ, η οποία, αφηγούμενη ακόμη ένα παραμύθι, κέρδιζε το φως της επόμενης ημέρας επί χίλιες και μία νύχτες.

Γιατί η Γιώτα δεν διευθέτησε νωρίτερα τη σχέση μιας γνωστικής και μιας καλλιτεχνικής μυθοπλασίας, που τη βασάνιζε από τα χρόνια ακόμη της φοίτησής μας στη Νομική; Σαν να μην μπορούσε να μιλήσει, να μην δικαιούτο να μιλήσει για τη λογοτεχνία (γι’ αυτό που δεν υπάρχει), ενώ, από το γεγονός και μόνο ότι μιλούσε, εκτίθετο στη μυθοπλαστική συνθήκη της λογοτεχνίας (σ’ αυτό που δεν υπάρχει), μετατρέποντας την πρόθεση τουλάχιστον των νομικών της κειμένων σε λογοτεχνία.

Η Γιώτα και εγώ καταφύγαμε στα νομικά για να προφυλαχθούμε. Ανήσυχοι ψυχισμοί, φοβηθήκαμε να εξαναγκάσουμε τον Άλλο να υπογράψει ό,τι μόνον ο Άλλος υπογράφει: το ποίημα. Δεν μπορέσαμε τότε να ανατρέψουμε την επιβεβλημένη αντιστοιχία λέξης και πράγματος, να εννοήσουμε δηλαδή ότι η αλήθεια δεν είναι παρά η εσωτερικευμένη στο σημαίνον άρθρωση, στον βαθμό που αρθρώνεται-προφέρεται με το σημαίνον και το συγκροτεί από το τίποτα σε ό,τι ονομάζουμε συμβολική τάξη. Το κενό σημαίνον ενσαρκώνεται τότε από το αντικείμενο που δεν υπάρχει: το ανύπαρκτο πέος της alma mater, ικανό ωστόσο να στηρίξει το οιδιπόδειο σύμπλεγμα.

Η Γιώτα σκάλωσε στην άρθρωση, ενεπλάκη με το «αναφορικό» που δεν υπάρχει, για τον απλούστατο λόγο ότι υφίσταται ήδη στην άρθρωση. Ο Λακάν το ονόμασε «αντικείμενο α», που δεν είναι άλλο από αυτό που επιθυμούσε η Γιώτα – που επιθυμούμε όλοι υπό τον όρο να προβούμε στη συμβολική επεξεργασία του φόβου μας. Και επειδή το «αντικείμενο α» ενσαρκώνει αυτό που λείπει στο υποκείμενο, οφείλουμε συνεχώς να αναρωτιόμαστε: «τι είναι αυτό που λείπει;». Η απάντησή μου είναι η τόλμη, η οποία, όταν δεν μπορεί να κινήσει τον Αχέροντα, εμφανίζεται εντός ενός μελήματος ηθικού. Ένα ηθικό μέλημα που βρίσκει κάλυψη στα νομικά και μας καλύπτει διά βίου. Όμως, δεν αναλογιζόμαστε ότι τα νομικά δεν εγγυώνται υποχρεωτικά τη δικαιοσύνη, μια που, όπως σημειώνει ο Άγκαμπεν, στη φύση της δικαιϊκής κρίσης ελλοχεύει μια τερατώδης πλευρά. Ο Άγκαμπεν θέλει να πει πως η ίδια η δικαιϊκή κρίση είναι ποινή μέσα στην ποινή, σε βαθμό μάλιστα που, σε περίπτωση αθώωσης-απαλλαγής, το αποτέλεσμα αυτό να συνιστά ένα είδος δικανικού σφάλματος.

Το ηθικό μας μέλημα, λοιπόν, απώθησε μεν τον φόβο, οδήγησε στην Παυλιανή υποχρέωση του να μην επιθυμούμε άνευ νόμου, αλλά μετέτρεψε την επιθυμία και την απόλαυση σε απαγόρευση και καθήκον. Η Γιώτα, όπως η Αντιγόνη, μετέτρεψε τον τάφο της σε βάθρο της νομιμότητας και βίωσε, μέσα από την αμφίδρομη σχέση της με τη νομική, το τραύμα της απώλειας. Έχω την αίσθηση πως η Γιώτα υπήρξε, όλη της τη ζωή, παίγνιο της απώλειας. Και αυτή η στιγμή αποχωρισμού της από όσα έχασε, συγκρότησε τη φαντασίωση της θεραπαινίδας του δικαίου. Είχε, όμως, αγωνία, και αυτό φαινόταν. Πράγματι, το άγχος της πανεπιστημιακής εξέλιξης είναι κάτι που δεν εξαπατά, επειδή σχετίζεται με την έλλειψη και τη μεταθέτει από τη μία βαθμίδα της ιεραρχίας στην άλλη, εξαπατώντας τον προαγόμενο. Ως πανεπιστημιακοί, είμαστε εξαπατώντες εξαπατηθέντες, και τώρα, που όσοι από εμάς, λίγο πριν τη σύνταξη, κλείνουμε ανοιχτούς λογαριασμούς, θα πρέπει να το ανακοινώσουμε στους επερχόμενους.

Μία ακόμη ερώτηση σε επίπεδο, τη φορά αυτή, καθαρά φορμαλιστικό. Τι επέβαλε στη Γιώτα να εμμείνει στην αληθοεπή φράση της νομικής επιστήμης αντί της φαντασμαγορικής έκφρασης της λογοτεχνίας; Για ποιο λόγο δηλαδή η κυριολεκτική, επιχειρηματολογική φράση της νομικής επιστήμης υπερίσχυσε της μεταφορικής και συνεχώς ανασκευάσιμης ποιητικής φράσης (του στίχου), που οδηγεί την ποίηση στο πλεονέκτημα του αναποφάνσιμου – μέγιστο μειονέκτημα για τον νομικό; Κατά πόσον η αναποφάνσιμη φράση (ο στίχος) είναι ανεκτίμητη, ακριβώς επειδή δεν επιδέχεται ερμηνεία, και –εάν η αναποφανσιμότητα μιας φράσης δεν συνιστά παράδοξο αλλά ένα φυσικό θεώρημα πεπερασμένης συνδυαστικής– κατά πόσον μπορεί να οδηγήσει σε ευθυκρισία;

Για αυτή τη δαιμονική δύναμη της παραδοξολογίας (ευθυκρισία μέσω του αναποφάνσιμου) με εγκαλούσε, ήδη από τα φοιτητικά μας χρόνια, ο Αντώνης, χωρίς να υπολογίζει ότι φτάνει κανείς στον προορισμό του και από την επισφαλή παρακαμπτήριο της μεταφοράς, η οποία δεν είναι επιφαινόμενο της επιστήμης, αλλά ό,τι υφαιρεί από την επιστήμη τις νομιμοποιητικές, υποτίθεται, προκείμενες – αποτελέσματα, κατά τη γνώμη μου, σχέσεων εξουσίας.

Στη «Λευκή μυθολογία» ο Ντερριντά, κοπτόμενος υπέρ της μεταφοράς, επιχειρηματολογούσε κατ’ ουσίαν υπέρ της διαφοράς μεταξύ μεταφοράς και έννοιας. Θεμελίωνε, κυρίως, την οικονομία αυτής της διαφοράς. Διότι αυτό που γενικεύεται και οικονομείται δεν είναι ούτε το κυριολεκτικό ούτε το μεταφορικό, αλλά το μέλημα να αποτιναχθεί η καθησυχαστική αντίθεση μεταξύ κυριολεκτικού και μεταφορικού. Αυτό μου έμαθε η ποίηση και δεν μου το έμαθε η νομική: πως η μεταφορά της μεταφοράς είναι εξίσου μια καταχρηστική παραγωγή εννοιών – και κατ’ επέκταση μεταφορών. Και, όσο διαρκεί η χρονοχρέωση μου εδώ ως νομικού, υπό την αίρεση αυτού του διαβήματος που η Γιώτα επιχείρησε στο παρελθόν με την πρωτοβουλία του Συνεδρίου της, δεν θα πάψω να υπενθυμίζω ότι το δίκαιο οφείλει να συνδέεται, όχι τόσο με τη δικαιϊκή κρίση, όσο με την αισθητική κρίση (με την καντιανή έννοια του όρου και τη χαϊντεγγεριανή ως «αποκατάσταση» του πράγματος). Τότε, μέσω της αισθητικής κρίσης, εμφανίζεται εντός της νομικής σκέψης ο διαφοροποιητικός εκείνος τελεστής, το υψηλό, που η τρέχουσα νομική σκέψη το αντιπαρέρχεται.

Δεν έχω τίποτα άλλο να πω σε εσάς που είσαστε εδώ παρόντες, ακριβώς επειδή είσαστε εδώ. Τίποτα περισσότερο δεν έχω να πω από όσα είπα πριν από πέντε χρόνια εδώ. Έχω μόνο για τη Γιώτα να πω: ας πούμε, για την εκδρομή της Σχολής μας στο Παρίσι, πριν από τον γάμο της με τον Αντώνη, σ’ ένα δημαρχείο των Βρυξελλών, όπου παρέστην ως μάρτυρας. Όμως, η κίνηση που ανασκαλεύει τη μνήμη, απομακρύνει, αγαπητοί φίλοι, από τον ίδιο της τον εαυτό και απομακρύνεται ακόμα περισσότερο.

Να γιατί η επιστροφή εδώ, στη Θεσσαλονίκη, δεν συντελείται. Κάθε φορά που, με ένα κείμενο, νομίζω πως επιστρέφω, ίδιος με τότε, τα μεγάφωνα του σιδηροδρομικού σταθμού, λίγα μέτρα πιο κάτω, αναγγέλλουν ότι έχω φύγει προ πολλού. Ακόμη και ως μάρτυρας ο οποίος επέζησε της Γιώτας, όπως ο μάρτυρας που επέζησε των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, όταν αναχωρούσαν από τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό με προορισμό τον θάνατο. Μάρτυρας που καλείται να μαρτυρήσει για τη Γιώτα μετά τον θάνατό της, επιχειρώντας δημόσια αυτό που κάνει κάθε βράδυ στην καμάρα του κατ’ ιδίαν – ένα προσκλητήριο νεκρών. Ένα ποίημα που «οργανώνει την ηχώ των κυρίων ονομάτων ως ισάριθμων οδοδεικτών» (Ντερριντά): Γιώτα Κραβαρίτου, απούσα· Γιώργος Παπαδημητρίου, απών. Ένα ποίημα, από την πλευρά του Λαζάρου που επιβίωσε, εξουσιοδοτούμενο από τον ίδιο του τον εαυτό και που πρόκειται τώρα να το απαγγείλω στη Γιώτα, ενώ δεν με ακούει, αλλά που η φωνή της μέσα μου ασίγαστα αντηχεί. Ένα ποίημα-διαθήκη, διότι το testimonium δεν είναι διαφορετικό από το testamentum, από το επι-ζην εντός του θνήσκειν, από το επι-ζην μέσω του ποιήματος ως επιζωής αυτού που απομένει, για να επιβεβαιώσει εντονότερα τη ζωή. Μια πράξη γραφής που θα άφηνε ελεύθερο το ποίημα να πετάξει, να προσυπογράψει τον ουρανό όπως το χελιδόνι στο ποίημα του Πονζ, να αυτονομηθεί από το παρόν της πρωταρχικής του εγγραφής, όταν, το 1963, το άκουγε η Γιώτα. Παρόν που δεν είναι ποτέ παρόν χωρίς να αναφέρεται σε ένα άλλο παρόν, σήμερα.

Να τι θεματοποιεί και η αποψινή μου κατάθεση εδώ, την οποία η Γιώτα, είμαι βέβαιος, θα προσυπέγραφε: ένα ποίημα που δεν θέλω να το χρονολογήσω, ούτε να το ονομάσω, γιατί την ποίηση, όπως και την αρνητική θεολογία, την ενδιαφέρει κυρίως πώς να μην ονομάζει το περί ου ο λόγος.

[Το κείμενο αυτό εκφωνήθηκε την Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009, στα πλαίσια της εκδήλωσης «Ανάμνηση Γιώτας Κραβαρίτου», που οργάνωσε ο Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης και η Σχολή Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Δημοσιεύτηκε επίσης στο περιοδικό Εντευκτήριο 98 / Ιανουάριος-Μαρτιος 2010]

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.