«Ο Μέγιστος Ύφαλος»

Ένα σχόλιο στην ποίηση του Έκτορα Κακναβάτου

Η ποίηση δεν μας αφήνει να μιλάμε γι’ αυτήν.
Οι εκδηλώσεις για τον ποιητή, ως δηλώσεις υπέρ της ποιήσεώς του θα έπρεπε να εκλαμβάνονται. Δηλώσεις υποταγής του σχολιαστή του, θέλω να πω της σχολαστικότητας, ακόμη και των ενδελεχέστερων σχολίων του.
Το ποίημα, αυτή η αυτεξούσια ταυτολογία, είναι το ποίημα. Προσυπο-γράφεται ή διαγράφεται. Στην ποίηση δεν χωράει μεταποίηση. Δεν υ-πάρχει μεταποίηση του ποιήματος, διότι «δεν υπάρχει η μεταγλώσσα». Η ρήση του Λακάν: «ιl n’y a pas de métalangage», στην οποία προ-σαρτώ το κεντρικό απόφθεγμα από τα Βραχέα και Μακρά του Κακνα-βάτου: «Η ποιητική πραγματικότητα δεν είναι αναγώγιμη σε κάτι έξω απ’ αυτήν. Είναι η ίδια η ποίηση », εισάγει μία αινιγματική φράση του Χαίλντερλιν: «Είμαστε ένα σημάδι χωρίς ερμηνεία». Σε ό,τι με αφορά, τον αστερισμό αυτών των τριών αποφάνσεων του Λακάν, του Κακνα-βάτου και του Χαίλντερλιν, τον αντιλαμβάνομαι ως κατηγορική επιταγή ενός: «Μη με σχολιάσεις, διότι η ποίησή μου δεν έχει λόγο υπάρξεως πλην του εαυτού της. “Το αναφερόμενο” δεν με αφορά, όποτε η ανά-γνωση που θα επιχειρήσεις, μόνον ως κίνηση που υποσκάπτει την απουσία μου μέσα στην παρουσία του έργου μπορεί να επιτευχθεί. Διάβασέ με, λοιπόν, με μια ματιά. Σάρωσέ με. Κι αν θελήσεις να προ-σθέσεις κάτι, δεν θα έχεις καταλάβει τίποτα από το παιχνίδι μου. Αν ζητάς ένα συμπλήρωμα ανάγνωσης και γραφής, μόνον μέσα στην ανα-γκαιότητα του α-νόητου παιχνιδιού πρέπει να το αναζητήσεις. Κι αν η μεθοδολογική σύνεση ή οι κανόνες της αντικειμενικότητας δεν σε συ-γκρατήσουν από το να προσθέσεις κάτι δικό σου –ένα σχόλιο–, τότε αυτό που θα προσθέσεις ας μην είναι ένα συμπλήρωμα, αλλά μόνον το αναπλήρωμα, “ούτε ένα επιπλέον, ούτε ένα λιγότερο, ούτε ένα εκτός, ούτε το συμπλήρωμα ενός εντός, ούτε ένα συμβεβηκός, ούτε μια ουσί-α”, όπως διδάσκει ο Ντερριντά. Ας είναι αυτή η αρνητική γραφή, που οδηγεί στην ανάγνωση ως αποτυχία. Ας είναι ένα επιπλέον ποίημα. Γιατί δεν το γράφεις;».
Θα υποστηρίξω ότι η αρνητικότητα του σχολιαστικού εγχειρήματος, ο-φείλει να έχει τη μορφή μιας χρυσής κλωστής υφασμένης μέσα στο υφά-δι της ποίησης του Κακναβάτου. Άπαξ και σχολιάσεις, το ποίημα σχολ-νά. Κινδυνεύει να είναι το υπέρμετρο συμπλήρωμα. Αλλά τίποτα δεν ε-πέχει θέση ποιήσεως. Αν σχολιάσεις, είναι σαν να αρνείσαι τον ποιητή.
Ακολουθώ εδώ μια τέτοιου τύπου αρνητική ανάγνωση της ποίησης του Κακναβάτου, διότι, όπως σημειώνει ο ίδιος, ακόμη κι αν στήσεις την άρνηση της άρνησης, κατάφαση δεν προκύπτει. Αυτό τουλάχιστον το ξέρω. Το σκάνδαλο είναι πως η άρνηση –το αναπαριστάνον αντί του πράγματος– κινεί το σύμπαν.
Δεν είναι πράγματι του καθενός ν’ ακούει μια γλώσσα, στην οποία το «ρω μπορεί να περάσει το μπουγάζι ανάμεσα Μάη Οκτώβρη» . Και φαίνεται αδιανόητο ν’ ακούει κανείς μια γλώσσα που στηρίζεται σε κάτι το οποίο δεν είναι ούτε μια αλήθεια ούτε ένα ψέμα, αλλά σ’ ένα osti-nato, μια μουσική ένδειξη, ένα θέμα χωρίς παραλλαγές, που επανέρ-χεται πεισματικά εξήντα χρόνια τώρα. Προς τούτο, όλο το έργο του αμετανόητου Κακναβάτου πρέπει να διαβαστεί χωρίς περιοδολογήσεις, χωρίς τίτλους, ως ένα ποίημα εκτενές, ένα δωδεκάφθογγο ποίημα, μοίρα κάθε ποιήματος. «Η δωδεκάφθογγη τέχνη δεν είναι μόνο μοίρα της μουσικής», γράφει ο Αντόρνο, αλλά και της ποίησης, που την αλυ-σοδένει, απελευθερώνοντας την. Μέσω αυτής της οργάνωσης, σημειώνει ο Αντόρνο, η ποίηση επιτυγχάνει την ελευθερία της και, ως εκ τούτου, αποτυγχάνει. Επιπλέον, θα γράψει ο Κακναβάτος, στα Βραχέα και Μακρά: «Ο Αντόρνο αναρωτιέται αν επιβάλλεται στην τέχνη να αυτοκατανοείται» . Αλλά γιατί να αυτοκατανοείται; Είναι δυνατή «η άρθρωση του άλφα σε μη αλφαδική διάταξη» ; Είναι δυνατή «η αναμέτρηση με το τερατώδες»; (Κακναβάτος)
Ο ποιητής με εξουσιοδοτεί για αυτή την αποτυχία: ν’ αποκριθώ μ’ ένα σχόλιο στο μη αποκρίσιμο της ποίησής του, εξαιτίας αυτής της αρκτι-κής αμφιλογίας που τη συνιστά ως ιδιάζουσα ποίηση και την ίδια στιγ-μή να φοβηθώ γιατί αποκρίνομαι. Να πρέπει να σχολιάσω την ποίησή του και συγχρόνως το διάβημά μου να απαγορεύεται από την ποίηση αυτή. Προσθέτω ότι ο Κακναβάτος ως εκ της ιδιαιτερότητάς του αυτής, κρατάει στο έργο του ανοιχτό το ερώτημα. Περί ποίου όμως πρόκειται; Τι δεν είναι η ποίηση του Έκτορα Κακναβάτου;
Απαντώ:
α) Δεν είναι «νέα συνομιλία» του σημερινού στίχου με την έμμετρη προσωδία, ούτε υπερβαίνει τη «συναισθηματική διάλυση» την οποία απεύχονται οι κήρυκες της «νέας οργανικότητας»- κινούμενοι μεταξύ νοσταλγικής παρωδίας και παρωδιακής νοσταλγίας ενός χαμένου κέ-ντρου, παρόντος όμως συνεχώς ως συμπτώματος.
β) Δεν είναι η «παλαιά συνδιαλλαγή» με την αγγλοσαξονική ποίηση (Πάουντ, Έλιοτ) που ενέπνευσε τη γενιά του τριάντα και που δεν φαί-νεται να έχει εξαντλήσει τα αποθέματα της υπό το πρόσχημα ενός α-πισχνασμένου μεταμοντερνισμού, ελέω Άσμπερι.
γ) Δεν είναι βραβευθείσα συναισθηματολογία, ή ακαδημαϊκός πλέον μετεμφυλιακός ηττημένος ρεαλισμός υπό βράβευσιν, ούτε συνταγολο-γημένος λυρισμός, οργανωμένος ευπώλητος ρομαντισμός, ούτε καν υπερρεαλισμός, παρά τις εγνωσμένες οφειλές του Κακναβάτου στον Εμπειρίκο.
δ) Δεν προσφέρεται τέλος σε ανάλυση από: «ανάρχιδες φιλοσόφους που παραπλέουνε τον Μέγιστο Ύφαλο με παχυλές χορηγίες της Coca Cola» .
Η ποίηση του, αντίθετα, ο Μέγιστος Ύφαλος είναι, πάνω στον οποίο όλοι σκαρώνουμε. Η συνειρμολογία εκείνη που θέλει τη λέξη αποκομ-μένη από το υπερβατικό της αναφερόμενο, ή, τον βράχο του Πραγμα-τικού. Κι αν θέλει τη λέξη, διόλου δεν την αντιλαμβάνεται σα λέξη, που ενώ δεν διαταράσσει τη «χημική δομή» του στίχου, αναδεικνύει τη «συνειρμική επιφάνεια», επιβεβαιώνοντας όχι μόνον ότι «η ποίηση συ-νιστά το λιγότερο ανόητο είδος του λέγειν», αλλά κι ότι μέσα στο ανόη-το είναι δυνατή η ανάδειξη των επιφανιών, που, όπως γνωρίζουμε από τον Joyce, δίνουν τη χαρά σε μία πρόταση να αποσπαστεί από το τε-τριμμένο. Είναι όθεν η αρνητικότητα της άρνησης.
Τι προϋποθέτει όμως αυτή η ποίηση που αναγγέλλει το τέλος της σταθερής δομής του είναι, εισάγοντάς το ως διατάραξη της αλυσίδας των σημαινόντων; Ιδού το «déreglement de tous les sens» του Ρεμπώ, ή ο όλεθρος του Μαλλαρμέ, ο οποίος διαμηνύει την εξόντωση του «γε-ρασμένου τέρατος της Ανημπόριας», ή η «καταστροφή του άσματος του Τσέλαν- του Πραγματικού, όπως θα έλεγε μια ορισμένη ψυχαναλυ-τική σχολή, μια που ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα συμβαίνει στη γλώσσα, την έλευση της οποίας – μαζί με το «ωραίο Βιβλίο» – οφείλει να εορτάζει (να πενθεί;) συνεχώς ο ποιητής. Ή μάλλον το όνομα του ποιητή: μια «λειτουργία–ποιητής» της περιπλοκής εκείνης που στοιχει-οθετεί το «μη πραγματικό ον, καλούμενο συγγραφέα». Αυτό οφείλει να «υποδύεται το ρόλο ενός νεκρού στο πεδίο της γραφής». Αλλά και πάλι, η ποίηση του Κακναβάτου δεν είναι ούτε αυτό. Θα ήθελα να μου επιτραπεί να πω «τι είναι;», ερήμην των προθέσεων του. Κυρίως να υποδείξω τους όρους υπό τους οποίους προσλαμβάνεται και αξιολο-γείται όταν εμμένει στις φωνητικές ιδιότητες της λέξης, ή απαξιώνεται καθώς προσχωρεί σ’ έναν φαινομενισμό του σημαίνοντος ως ήχου, ενώ θα έπρεπε τη σύμβαση μεταξύ λέξεως και «αναφερόμενου» να υπηρετεί. Και τούτο προκειμένου να μη θεωρείται ακατανόητη ή ανόη-τη από εκείνους που εκλαμβάνουν ως αφέλεια τον κρατυλισμό, ήτοι τη φυσική σχέση μεταξύ ονόματος και ουσίας. Καλύτερα, τη φωνική και φονική τους σχέση. Εκείνη τη «γάτα–φονιά», που κρατάει το νόημα σαν «ψόφιο ανάμεσα στα δόντια καναρίνι».
Υποστηρίζω ότι το ποίημα του Κακναβάτου – έργο σε εξέλιξη ή μάλ-λον ανακυκλούμενος κοχλίας – συνιστά έναν από τους τόπους που δο-κιμάζεται η εγχώρια κριτική. Ό,τι ο Κακναβάτος θέτει στην ποίηση του ως λέξη, ευνοεί εν τέλει τη σιωπή, την παύση, το κενό, το οποίο όμως προβάλλει ως άμεση οντολογική συνέπεια της λεκτικής του, της λεξι-κής του, υπερβολής, υπό μορφήν αποσιωπητικών, όπως στο ποίημα: «Από το φάκελο μιας αστροφεγγιάς», όπου, στην αντίστοιχη σημείωση, αποδεικνύεται ότι «οι δυο αράδες με αποσιωπητικά δεν είναι για να υποβάλλουν, (αλλά) επισημαίνονται μόνο οι θέσεις που το χειρόγραφο είναι κατεστραμμένο από την πολυκαιρία». Γνωρίζει ο ποιητής ότι η λέξη του αποσιωπά, αποκρύπτει ένα τυφλό σημείο, εισάγοντας υπό το καθεστώς της σκοτεινής προσωκρατικής αθωότητας μια φωτισμένη, μαθηματική γνώση, μια γνωσιολογική υπεροχή ως προς τους ημέτε-ρους κιαροσκούρους αισθηματίες ποιητές, η οποία όμως θα πρέπει να αποσιωπηθεί από την υπερσήμανσή της, ώστε να αναδεικνύεται ως ενόραση περιβεβλημένη από μία σκοτία: «Η ποίηση έχει μιαν ενδοχώ-ρα που μόνο η περίφραξή της είναι σκοτία», αναφωνεί ο Σαρ. Δεν εί-μαστε μακριά απ’ την ανάλυση της «ρητορικής της τυφλότητας», όπως την καταθέτει στο ομώνυμο κείμενο του για την ντεριντιανή ανάγνωση του Ρουσσώ, ο Πωλ ντε Μαν. Ο Κακναβάτος δείχνει και αυτός το αντί-θετο απ’ ό,τι θέλει να δείξει. Ανοίγεται «στη δυνατότητα ενός αρχετυπι-κού λάθους: στη συνεχή σύγχυση του σημείου και της ουσίας», το ο-ποίο όμως ο αναγνώστης του οφείλει να διαπράξει, ειδοποιούμενος πως εάν ακολουθήσει τον ρητορικό τρόπο κατά την ανάγνωση, θα α-ντιληφθεί πως η κριτική του διαύγεια υποκύπτει στη μοίρα της οράσε-ως: να διακρίνει αυτό «το αναγκαίο σύστοιχο της ρητορικής φύσης της λογοτεχνικής γλώσσας»: το τυφλό σημείο! Διότι στο σχήμα: ποίημα–αναγνώστης–κριτικός, τυφλά σημεία είναι τα διάκενα μεταξύ των τριών ασύμπτωτων κατ’ αρχήν όρων, που μπορούν εντούτοις να φωτίζουν, όπως στην αρχιτεκτονική, η σκοτία μεταξύ δύο επιφανειών, προβάλλει τη φωτεινότητα τους. (Αρχιτέκτονες και ποιητές ονομάζουν «σκοτία» ένα κενό). Αυτό συνιστά την μαλλαρμική «κρίση του στίχου».
«Κρίση του στίχου»; Κρίση μάλλον εκείνου του εθελότυφλου κριτικού, ο οποίος εντός της ριζικής αμφιθυμίας κάποιου που η αδυναμία του να κρίνει τον εξωθεί στο να κρίνει περισσότερο, είναι υποχρεωμένος να οδηγηθεί σ’ έναν συγκερασμό μεταξύ του «ναι» και του «όχι», υποδει-κνύοντας τη σημασία «του ουδέτερου», κεφαλαιώδη για έναν κριτικό, όπως ο Μωρίς Μπλανσό και ο Μπαρτ.
Έγραφα ότι το έργο του Κακναβάτου δεν εκλαϊκεύεται. Ο κριτικός – «αυτό το πονηρό υβρίδιο ανάγνωσης και γραφής» – που θα τολμούσε κάτι τέτοιο, θα επιβαλλόταν στο έργο με έναν υπέρβαρο λόγο, ενώ, όπως σημειώνει ο Μπλανσό, «ο κριτικός λόγος, σεμνά και επίμονα, εκφράζει την πρόθεσή του να είναι τίποτε». Ο Κακναβάτος, εν εξάψει, παρατηρεί: «Σιγά που η κριτική ευλαβείται τον αυλίσκο της. Παρ’ όλα αυτά το τοπίο αυτοφορτίζεται από το σθένος του, όπου και η οπή, κα-ταφύγιο για κάθε καλοπροαίρετο εργαλείο…».
Εάν ο ποιητής υπερισχύει ως νομάδας από αιδοίου εις αιδοίον, μετα-κινούμενος μεταξύ αναγνώστη και κριτικού, τότε ο κριτικός ηττάται ακί-νητος επί του φαλλού στον επιτελικό του ρόλο ως επιβήτορα. Η κριτική του υφίσταται ως βεβαιότητα και όχι ως πάθος. Αλλά εκεί στη σκοτεινή περίφραξη που συναιρεί τη σκοτία, τρώει τα μούτρα του.
Μισό και πλέον αιώνα, από τη Fuga του 1943 έως την ποιητική συλ-λογή Στα πρόσω Ιαχής (Αγρα, 2005), αλλά και τη συλλογή αφορισμών για την ποίηση, τη γλώσσα και τον λόγο, υπό τον τίτλο Βραχέα και Μα-κρά , ο Έκτωρ Κακναβάτος δεν έχει πάψει να διατρανώνει ότι: «Πρέπει να μείνει ακατάργητο το αυχενικό ρήμα αφίημι», διότι «λες και κάτι η-χηρόν της έρπουσας ιχνηλασίας έκανε να ριγεί το φάντασμα του Πλά-τωνα» .
Σαν τον πρόδρομό του, Ρενέ Σαρ , προτιμά κι αυτός «την εμπειρία που η ζωή διαψεύδει». Σαν τον σύγχρονό του, Υβ Μπονφουά προσυπο-γράφει πως «Το ποίημα, το τελειωμένο ποίημα, δεν μιλάει, είναι, πρω-τίστως. Κι αυτό για να τέρψει τον αναγνώστη για τις ματαιώσεις της ζωής του».
Να πιστεύει άραγε ο Κακναβάτος πως η ζωή, σε σχέση με την ποίηση, είναι ματαιωμένη; Όχι βέβαια. Έζησε και αντιστάθηκε και έγραψε. Το ποίημα είναι γι’ αυτόν απόλυτο ή δεν είναι. Αλλά δεν πρόκειται για την εσφαλμένη, κατά την άποψη μου, αντιπαράθεση ποίησης και ζωής. Ο ποιητής δεν θα μπορούσε να γράψει, εάν δεν ξεκινούσε αμέσως έναν διάλογο «ανάμεσα στον ποιητή, σαν ένα εγώ, και στα πράγματα, συ-στατικά του φυσικού, ιστορικοκοινωνικού = χωροχρονικού περιβάλλο-ντος», θα πει ο Κακναβάτος, τονίζοντας ότι όλο αυτό το αλισβερίσι γίνεται «πέραν του αιτήματος του αποχρώντος λόγου». Ο μόνος λόγος υπάρξεώς του, είναι η μαλλαρμική διαπίστωση: «c’est ça» (=αυτό εί-ναι). Τελεία και παύλα.
Δεν μoυ είναι εύκολο να εξηγήσω γιατί, τελικώς, μόνο η ποίηση μπο-ρεί να «εξηγήσει» την διαπιστωτική πρόταση: «αυτό είναι ποίηση». Για ποιον λόγο δηλαδή ο ισχυρισμός του Κακναβάτου ότι: «Η τέχνη είναι ένας ισχυρισμός», ισχύει μόνο γι’ αυτόν που γράφει το ποίημα και όχι για όποιον, απλώς, το ισχυρίζεται. Αυτός που γράφει το ποίημα ξέρει πώς παράγεται «από σπινθηρισμούς στη στιγμή η επταφωνία» (Μαλ-λαρμέ).
Η δυσκολία μου έγκειται στο ότι και εγώ γράφω ποίηση. Παρά ταύτα, η επανεγγραφή του ίδιου πάντοτε ζητήματος ελπίζω ότι και για μένα δεν επιθυμεί να εξηγήσει, αλλά να δείξει την αρνητική κίνηση του ποι-ήματος στην περιφέρεια ενός κύκλου, του οποίου το κέντρο δεν είναι προσβάσιμο, παρότι αυτό σταθμίζει τη σχέση μας με τη ζωή (και που συγχρόνως, σταθμίζοντας, δεν υπάρχει). Και υπ’ αυτήν την έννοια ο ποιητής δεν υποχρεούται μόνο να αποφαίνεται για τα κρίσιμα, αλλά και να διερωτάται. Ας μου επιτρέψει ο Κακναβάτος να διαβάσω τους α-φορισμούς του ως μια διηνεκή ερωτηματοθεσία. Συνοψίζω τα ερωτή-ματα: Τι κοινοποιεί ένα ποίημα; Γιατί ένα ποίημα δεν απευθύνεται σε όσους θεωρούν κατανοητό μόνον ό,τι προηγουμένως καταλαβαίνουν; Γιατί ένα ποίημα, για να είναι ποίημα, δεν θα πρέπει να ανακοινώνει παρά μόνον την ίδια του την ποιητικότητα, τον νόμο, δηλαδή, της ίδιας του της μορφής στην ανένδοτη περιοχή της ποίησης;
Προς την κατεύθυνση αυτών των ερωτημάτων μπορούμε να εννοή-σουμε τον δελφικό χρησμό του Κακναβάτου ότι: «Η ποιητική γλώσσα δεν είναι σημασιολογική. Είναι σημαντική», αλλά και να υποψιαστούμε τον λόγο που ο Κακναβάτος παραμένει σκανδαλωδώς παραγνωρισμένος από τους εκπροσώπους μιας «αστικής», όπως θα έλεγε ο Μπένγιαμιν, «αντίληψης» της ποίησης. Αναφέρομαι, αφενός, σε όσους αδυνατούν να καταλάβουν πως, αν δεν υπάρχει διασκεπτική μεταγλώσσα για το ποίημα, τούτο συμβαίνει, διότι το ίδιο το ποίημα αποτελεί έναν άσκεπτο τόπο σκέψης. Και αφετέρου, συλλογίζομαι όσους αρκούνται, αντί της ποίησης, σε μια φαινομενολογία των βιωμάτων. Οι τελευταίοι, επειδή δεν βιώνουν τίποτε πέρα από τα βιώματα τους, δεν μπορούν και τίποτε να δώσουν που να υπάρχει πέρα από τα ποιήματα τους ως μικρά βιώματα – περίπου σαν βουτήματα συνοικιακού φούρνου.
Ο Κακναβάτος υποστηρίζοντας πως αυτή η «άνετη φαινομενολογική αφήγηση» δεν επαρκεί για να ανακόψει ερωτήματα του τύπου: «Τι εί-ναι που καθιστά τη γλωσσική ύλη ευαίσθητη σε πυκνώσεις με ποιητικό δυναμικό»; – σαν να ρωτάει: γιατί «το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν μια γλώσσα»; Ο Μπαντιού διατείνεται ότι το ποίημα αποκαθιστά το πράγμα στην «ασκεψία του». Ο Ρενέ Σαρ πάλι είναι προκλητικότε-ρος: «Αρέσει στη βλακεία να κυβερνά. Αρπάξτε της κάθε πιθανότητα. Αρχίζουμε ανοίγοντας πυρ εναντίον των χωριών αυτών της ορθοφρο-σύνης».
Με τους αφορισμούς του Κακναβάτου συμβαίνει στην ελληνική γλώσ-σα κάτι που έχει να συμβεί από το Μονολεκτισμοί και Ολιγόλεκτα (1980) του Καρούζου ή το μεταθανάτιο Εκ του Πλησίον (1998) του Ε-λύτη. Ας μην περιμένουν λοιπόν να αναγνωρίσουν στον Κακναβάτο τη θέση που του αξίζει στα γράμματά μας. Την κατέχει ήδη, δίπλα στον ομότεχνο άλλον του: τον Τ. Σινόπουλο.
Δεν ισχυρίζομαι πως ολόκληρο το έργο του Κακναβάτου θα πρέπει ε-φεξής να το διαβάζουμε με αφετηρία αυτά τα Βραχέα και μακρά «πά-ρεργα», που τον κατατάσσουν αμετάκλητα στη χορεία των αναστοχα-στικών ποιητών, παρά τις υπερρεαλιστικές του εμμονές: («Δεν αντέχει η γλώσσα να πάει τόσο πέρα στη υπερφαλάγγιση του νοήματος»). Λέω απλώς ότι το βιβλίο αυτό του Κακναβάτου είναι λυδία λίθος για τη συνολική εκτίμηση του ποιητικού φαινομένου στην Ελλάδα σήμερα. (Αλήθεια, πότε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος των ποιητών μας θα κάνει την αυτοκάθαρσή της;). Δυστυχώς, τα αποτελέσματα της δοκιμασίας όλων μας που τον τιμούμε δεν είναι και τα πιο ενθαρρυντικά. Μοιάζει όμως να απαντούν στο ερώτημα: «Προς τι ο Κακναβάτος σε καιρούς εν-δεείς»;
Ανακεφαλαιώνω. Στην ποίηση του Κακναβάτου, βλέπω και εγώ τη γλώσσα. Βλέπω δηλαδή το μαγικό εκείνο σημειωματάριο του Freud. (Το μικρό όργανο, με τα τρία στρώματα: το φύλλο από σελιλόιντ, ισοδύναμο του αλεξιδιεγερτικού συστήματος. Το κηρωμένο χαρτί, ισοδύναμο του συστήματος αντίληψη–συνείδηση, το οποίο δέχεται τα ερεθίσματα αλλά δεν συγκρατεί τίποτε. Τέλος, την κερένια πλακέτα, ισοδύναμο των μνη-μονικών συστημάτων).
Αλλά τι σημαίνει «βλέπω τη γλώσσα» και τι δεν βλέπουν όσοι αρνού-νται να δουν τον Κακναβάτο; Βλέπω, και δεν βλέπουν, το πεδίο της ποι-ήσεως εν γένει, το οποίο βυθίζεται «στα σκοτεινά» και ορίζεται από το μη ορατό, ώστε η θέαση να αποβάλει τα προνόμια μιας κατ’ επίφασιν διαυγούς «κριτικής» ανάγνωσης – μιας κατ’ ουσίαν ευσεβούς ανάγνω-σης – και να καθιστά την όραση αποτέλεσμα των προϋποθέσεων αυτού του πεδίου. Διότι, θα πρέπει να το υπενθυμίσω, η ποίηση εξουσιοδοτεί η ίδια τον εαυτό της, με την αφθονία και συγχρόνως την απορία των τρόπων της, εντός μιας γενικής οικονομίας όπου «η ποίηση είναι σχε-δόν εκπτωτική ποίηση».
Βλέπω, λοιπόν, στην ποίηση του Κακναβάτου, ή μάλλον διαβάζω στην ποίηση του Κακναβάτου, το ανοικονόμητο. Εκείνο που δεν βλέπει και δεν διαβάζει η κριτική: όχι ό,τι δεν βλέπει, αλλά εκείνο ακριβώς που βλέπει. Όχι ό,τι δεν διαβάζει, αλλά εκείνο ακριβώς που διαβάζει. Γι’ αυτό η κριτική ούτε τον κατανοεί ούτε τον αναγνωρίζει. Ανίκανη να εν-νοήσει και να ενσαρκώσει την σύμπτωση της μη όρασης με την όραση (ανίκανη να επιτελέσει την coincidentia oppositorum) εντός του πεδίου, δηλαδή, μέσα στην ίδια την όραση, ευλαβείται τον αυλίσκο της.

«Ποιο είναι το ισχυρό του παραλόγου;», ερωτάται ο ποιητής. Και απα-ντά: «Κάποιος απ’ όλο το κείμενο διάβαζε μόνον τα σημεία στίξης».

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.