Κενοτάφια του έρωτα

«Ο έρωτας πλήττει τον Αλλον άνθρωπο στην αδυναμία του». Δεν χρειαζόταν η φιλοσοφική μέριμνα του Εμμανουήλ Λεβινάς -καθ’ οδόν προς μια φαινομενολογία του έρωτα -για να το μάθουμε. Αλλωστε ο φιλόσοφος θα καταφύγει στην ποίηση, περιγράφοντας -ουσιαστικά -τον Κρητικό του Σολωμού, προκειμένου να πει κάτι «καίριο» για τον έρωτα. Στο γήπεδο του Χέγκελ όλοι -φιλόσοφοι, ποιητές -τις ίδιες σκέψεις κάνουν. Απομένει να ζήσουν. Αυτό δα δεν είναι και τόσο εύκολο. Προφανές ναι, εύκολο όχι. Ο Ρενέ Σαρ προειδοποίησε τους Χαϊντεγκεριανούς: «Κάθε πράξη είναι παρθένα, ακόμη κι όταν επαναλαμβάνεται». Οσο για τον έρωτα, αυτό το μακελειό του υπάρχειν, χαίρεσαι ή ρωτάς. Συχνά η ζωή είναι το κενοτάφιο της ζωής. Μια λέξη, δηλαδή, μια «κατ’ εξοχήν» λέξη. Τη βρίσκεις; Εχεις πού να ξεσπάσεις τον θυμό σου για την απουσία του Αλλου. Δεν τη βρίσκεις; Πρέπει να εξετάσεις το ενδεχόμενο η ζωή σου να μην είναι ακριβώς κενοτάφιο. Κάτι μπορεί να έχει ήδη νεκρωθεί εκεί μέσα. Γιατί «προφορικά οικίζεται μια χώρα».

Ο παραπάνω συντριπτικός στίχος ανήκει στο νέο ποίημα του Γιώργου Βέλτσου Πρέπει, άκων, να χαρώ! που αναπτύσσεται παράλληλα με το ερώτημα του Ρενέ Σαρ: «Πρέπει παρ’ όλα αυτά να νιώσω χαρούμενος;». Ο Γιώργος Βέλτσος εισέβαλε -πώς αλλιώς δηλαδή; -στην ποίηση, δημιουργώντας αμέσως μια ξεχωριστή επικράτεια λόγου. Το εξαιρετικό στην περίπτωσή του είναι ότι όχι μόνο συγχρονίστηκε με τις κινήσεις κατά πολύ νεότερων ποιητών, αλλά προηγήθηκε σε αρκετές περιπτώσεις. Εχοντας ήδη βαπτισθεί στην απορία της αφηρημένης σκέψης, ήξερε ότι η ποίηση βρίσκεται διαρκώς έξω από την ποίηση. Αν βρισκόταν εντός, θα έπρεπε ίσως να είχαμε σταματήσει να γράφουμε στίχους, τουλάχιστον από την εποχή που ο Καντ μάς έδειξε τι μπορεί να είναι μια «Αναλυτική Πρόταση». Εν πάση περιπτώσει ένας ποιητής πρέπει πάντα να διαθέτει έναν τουλάχιστον εαυτό εντελώς άσχετο προς την ποίηση. Αυτός ο εαυτός του Βέλτσου είναι ο φιλόσοφος, που αυθαδίασε ενάντια στην ταυτότητα της θεολογίας. Ισως ακόμη δεν έχουμε κατανοήσει τη σημασία των λύσεων που έφερε στην ελληνική γλώσσα, αλλά είναι βέβαιο ότι μετά τον Βέλτσο μπορεί κανείς να αυθαδιάσει χωρίς να του καταλογίσουν πνευματική πενία.

Να λοιπόν ένα ποίημα για τον έρωτα, που αυθαδιάζει μετατρέποντας ένα ερωτηματικό σε θαυμαστικό. Κατά βάση αυτό που θα μπορούσε να κάνει η ποίηση για να ξεφύγει από την πλατωνική απόρριψη είναι η μετατροπή του ερωτήματος περί του Οντος σε θαυμασμό για το Ον. H πονηρία του Βέλτσου συνίσταται στη συνείδηση του γεγονότος ότι μόνο ρωτώντας δεν ρωτάει κανείς. Το ερωτηματικό δεν είναι παρά ένας επιτονισμός της προσπάθειας του Αλλου να μας πληροφορήσει. Ρωτάμε πραγματικά όταν απορούμε. H απορία είναι θαυμασμός. Το θαυμαστικό σπάζει το φράγμα της βεβαιότητας με την ορμή της καταγωγής του: απορία. Και έτσι όλο το ποίημα Πρέπει, άκων, να χαρώ! απλώνεται σαν ένα μεγάλο σχόλιο στη στίξη. Οι εικόνες αρθρώνονται γύρω σε μεταφορές αντλημένες από την καταναγκαστική ασυνέχεια της γλώσσας.

«Πολλές φορές οι άνθρωποι συμπλέκονται διαζευκτικά… /Δεν είναι όμως η απόγνωση φωναγωγός; /Και συ -ζώο επίφοβο, ύδρα –/να τους χαρίζεσαι με την αρχαία μεταφορά…».

Ο έρωτας είναι ένα σημείο ή μια επικράτεια σημείων. Οπωσδήποτε. Αν δεν ήταν, κανείς δεν θα άφηνε την αγαπημένη να πνιγεί προκειμένου να εκθέσει την ψυχή του στους θεούς, να τη διαβάσουν σαν βιβλίο γραμμένο σε μια γλώσσα που ούτε ο ίδιος καταλαβαίνει. Πόσο μάλλον ο Σολωμός. Ο έρωτας στο εξής δεν θα είναι «η κίνηση του εραστή μπροστά στην αδυναμία της θηλύτητας, που πληρούται μέσα στη συμπάθεια και απορροφάται μέσα στην ευαρέσκεια της θωπείας», όπως συγκλονιστικά θεολογεί ο Λεβινάς. Ο έρωτας στο εξής θα είναι ένα σημείο της ετερότητας απέναντι στο κενοτάφιο της ολότητας, που φέρει επάνω του χαραγμένο το μέγα ιερογλυφικό: «H». H θωπεία δεν μπορεί να ανάγει το πραγματικό σε έναν θεό έτοιμο να εκχωρήσει στο υποκείμενο το δικαίωμά του να μην αισχύνεται για τη διαφορά ανάμεσα στην επιθυμία και στον γλυκασμό του σώματος:

«Δεν διανοήθηκα να εγκαθιδρύσω αυτοκρατορία /κάτω από το σιδεροπρίονο των μαστών. /Ανοίγεις τα πόδια σου όχι σαν γέννα /αλλά σαν λιμάνι για να μας έχεις όλους».

Ο εντυπωσιακός τρόπος με τον οποίο το Πρέπει, άκων, να χαρώ! διαβάζει την πιο κοινή, τετριμμένη πραγματικότητα ξεπερνά τον οντολογικό λυρισμό του προτεινόμενου γενάρχη του, του Ρενέ Σαρ, και δημιουργεί μιαν άλλη πραγματικότητα. H μεγάλη -ακαριαία ποιητική -διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτή η άλλη πραγματικότητα δεν είναι μια επανάληψη της κορεσμένης ή ακυρωμένης επιθυμίας του υποκειμένου, αλλά η ίδρυση της ετερότητάς του απέναντι στην ίδια του την επιθυμία. Ο έρωτας διακρίνει τους ανθρώπους. H επιθυμία σημαίνει τη διαφορά ανάμεσα στο υποκείμενο και στο αντικείμενο της επιθυμίας. Οι δρόμοι που ανοίγονται είναι δύο. Απορρίπτεις την επιθυμία και ελευθερώνεσαι ή ενδίδεις και παρηγορείσαι με ύμνους σε αυτόν τον καινούργιο θεό, τη νομιμοποιημένη επιθυμία. H ψυχή παίζει με τα αντικείμενά της το ίδιο παιχνίδι που παίζουν οι ιοί με τα αντιβιοτικά. Πάντα κάτι μένει απέξω. Και τραγουδάει στο ποίημα, πλήττοντας τις πληγές του: «Ο Πόνος συνεχίζεται στη γη».

Ενα δεν μπορώ να εξηγήσω ακόμη: πώς χώρεσε τόση τρυφερότητα μέσα σε τόση φιλοσοφική σκληρότητα. Αυτό είναι ίσως το θαύμα της φωνής τού Πρέπει, άκων, να χαρώ!

Γιώργος Μπλάνας – Το Βήμα της Κυριακής – 13 Φεβρουαρίου 2005

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.