Category Archives: κείμενα των άλλων

Θάλαμος

Όλα τα έργα του Βέλτσου (ποίηση, θέατρο, δοκίμιο, αρθρογραφία) είναι, σε διαφορετικό βαθμό, φροντισμένα αποσπάσματα μιας έν προόδω αυτο-βιο-γραφίας. Ο Βέλτσος θέτει ακατάπαυστα και αξεδιάλυτα τη γραφή στην υπηρεσία του βίου και τον βίο στην υπηρεσία της γραφής. Έτσι και στον Θάλαμο, ένα γράμμα από την προσωπική αλληλογραφία του συγγραφέα βάζει σε λειτουργία τη μηχανή και τη μηχανορραφία της γραφής. Ένα γράμμα πού, ένοφθαλμισμέ-νο στο λογοτεχνικό έργο, διασαλεύει τα όρια ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό, αλλά και ανάμεσα σε πραγματικότητα και μυθοπλασία. Ένα γράμμα που θέτει θέμα κυριότητας (σε ποιόν ανήκει ένα γράμμα; Σε όποιον το απέστειλε ή σε όποιον απευθύνεται;). Μια «ερωτική επιστολή» που δεν είναι ερωτική και πού, κατά παράδοξο τρόπο, μετατρέπεται σε ένα είδος φονικής μηχανής. Μια ερωτική επιστολή κάπως ρετρό, ή τελευταία της Ιστορίας (ο Βέλτσος γράφει μετά το τέλος της ιστορίας -του Πατέρα, του Συγγραφέα, του Θεάτρου-, με μια γραφή ανοικονόμητη και πληθωριστική, σημάδι του τέλους). Κυρίως, ένα γράμμα που γίνεται ή αφορμή για να έξυφαν-θεΐ ή ίντριγκα της γραφής. Το κείμενο που φέρει τον τίτλο Θάλαμος είναι ένα κείμενο που δείχνει με παραδειγματικό τρόπο τί είναι, για τον Βέλτσο, κείμενο. Το θέατρο γίνεται για τον Βέλτσο το πρόσχημα για το προκείμενο (που είναι το) κείμενο. Έργο πολλών γραφών και υπογραφών, αβυσσαλέας διακειμενικότητας, συνειρμικό, κατά τόπους παραληρηματικό, ποίηση και θέατρο αδιάκριτα, το κείμενο/ύφασμα (texte/textum) του Βέλτσου δεν προϋποθέτει τόσο τη σκηνή του θεάτρου όσο τη σκηνή της γραφής. Ή σκηνή της γραφής δεν χωράει στη σκηνή του θεάτρου, ξεχειλίζει απ’ αυτήν. Στην πλοκή του θεάτρου ό Βέλτσος αντιτείνει την πλέξη μιας παιγνιώδους γραφής. Μιας γραφής πού παίζει πέρα από -και περιπαίζει- το είδος και το σημείο «θέατρο».

Χάρης Ράπτης – Για το θεατρικό έργο του Γιώργου Βέλτσου «Θάλαμος» (2010)

Advertisements

Κενοτάφια του έρωτα

«Ο έρωτας πλήττει τον Αλλον άνθρωπο στην αδυναμία του». Δεν χρειαζόταν η φιλοσοφική μέριμνα του Εμμανουήλ Λεβινάς -καθ’ οδόν προς μια φαινομενολογία του έρωτα -για να το μάθουμε. Αλλωστε ο φιλόσοφος θα καταφύγει στην ποίηση, περιγράφοντας -ουσιαστικά -τον Κρητικό του Σολωμού, προκειμένου να πει κάτι «καίριο» για τον έρωτα. Στο γήπεδο του Χέγκελ όλοι -φιλόσοφοι, ποιητές -τις ίδιες σκέψεις κάνουν. Απομένει να ζήσουν. Αυτό δα δεν είναι και τόσο εύκολο. Προφανές ναι, εύκολο όχι. Ο Ρενέ Σαρ προειδοποίησε τους Χαϊντεγκεριανούς: «Κάθε πράξη είναι παρθένα, ακόμη κι όταν επαναλαμβάνεται». Οσο για τον έρωτα, αυτό το μακελειό του υπάρχειν, χαίρεσαι ή ρωτάς. Συχνά η ζωή είναι το κενοτάφιο της ζωής. Μια λέξη, δηλαδή, μια «κατ’ εξοχήν» λέξη. Τη βρίσκεις; Εχεις πού να ξεσπάσεις τον θυμό σου για την απουσία του Αλλου. Δεν τη βρίσκεις; Πρέπει να εξετάσεις το ενδεχόμενο η ζωή σου να μην είναι ακριβώς κενοτάφιο. Κάτι μπορεί να έχει ήδη νεκρωθεί εκεί μέσα. Γιατί «προφορικά οικίζεται μια χώρα». Συνέχεια

Γραφή σημείο μηδέν

Υποδηλώνω σημαίνει, κατ’ αρχάς, αφήνω κάτι να υπάρξει έξω από μένα· ει δυνατόν μέσα στην ολότητά του· κατ’ εξοχήν ως πρωτοεμφανιζόμενο νόημα, νόημα το οποίο πρωτύτερα ήταν αφανές· και όχι απλώς αφήνω κάτι να υπάρξει, μα αυτό το κάνω έμμεσα, πλάγια, με υπαινιγμούς – τελικά υποδηλώνω σημαίνει στην ουσία νοηματοδοτώ· μα όχι κατ’ ανάγκην μιλώντας – και αυτό είναι το σημαντικό· πράττοντας ίσως, ενεργώντας σκόπιμα -μα όχι κατ’ ανάγκην εγκεφαλικά-, σκόπιμα σημαίνει το πράττειν μου «νοηματοδοτεί», όχι «πράττω αυτό με σκοπό να πετύχω κάτι άλλο», μα πράττω κατόπιν εσωτερικής επιταγής: το πράττειν τού δημιουργού νοηματοδοτεί και θεμελιώνει. Μορφές και τύπους· καλλιτεχνικούς γνώμονες και αισθητικές. Τι, αλήθεια, κάνει η γραφή; Συνήθως μιλά, μα όχι πάντα· μπορεί και να σωπαίνει· τότε όμως είναι που κατ’ εξοχήν σημαίνει, σημαίνει σ’ ετούτη την περίπτωση, κραυγάζοντας· το κρυμμένο.

Ο ποιητικός μονόλογος «Ρημάζει» του καθηγητή Θεωρίας της Επικοινωνίας του Παντείου Πανεπιστημίου Γιώργου Βέλτσου, που τα τελευταία χρόνια ασχολείται συστηματικά και με ζέση με την ποίηση -και όχι μόνον-, συνιστά το τελευταίο ποιητικό του πόνημα και γράφτηκε μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα – μέσα σε μερικές ημέρες. Ο συγγραφέας, έχοντας συντάξει έναν σημαντικό αριθμό θεωρητικών κειμένων -τα περισσότερα αφορούν τον χώρο των κοινωνικών επιστημών-, παίρνει ενίοτε μια απόσταση από τον θεωρητικό λόγο και από τα παιδαγωγικής φύσης καθήκοντα που αυτός υπαγορεύει για να στραφεί σε εκφραστικά μέσα άλλης φύσης και άλλων απαιτήσεων, όπως η ποίηση και το θέατρο, διαγράφοντας μια διαδρομή έντονα εσωτερική όσο και μ’ ευδιάκριτα προσωπικά χαρακτηριστικά. Στο θεωρητικό του πόνημα του 1987 «Η μη-κοινωνιολογία» (βιβλίο το οποίο έτυχε εκτενούς βιβλιοκριτικής από τον Γιώργο Χειμωνά στο περιοδικό «Διαβάζω»), και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο «Η αναφορά στον Καντ», αναφερομένου στην τρίτη καντιανή Κριτική -κείμενο που έχει συνεισφέρει τα μέγιστα στη συγκρότηση του μεταμοντέρνου ως ιδεολογικού και αισθητικού ρεύματος-, σημειώνει: Να μην εφαρμόζουμε κανένα αντικειμενικό – γενικό κριτήριο. Να μην αρκεστούμε στην έννοια που μας επιβάλλεται για το αισθητικό αντικείμενο, αλλά να αναζητήσουμε, πέρα από τον θεσμό, δηλαδή πέρα από την οντολογική – θεσμική διάκρισή του, τι πρέπει και τι δικαιούται να είναι ή να μην είναι αισθητικό: τον ειδοποιό παράγοντα του έργου, που είναι πάντα ο ειδοποιός παράγοντας αυτού του συγκεκριμένου έργου, με τα κριτήρια που αυτό το ίδιο το έργο μάς προτείνει για να το κρίνουμε. (Η μη-κοινωνιολογία, σ. 140). Συνέχεια

Τα ελεγεία του οικόσιτου ζεύγους

Θα ήταν καλό μέσα σ’ αυτή την τραχιά ζωή να υπήρχε πότε πότε μια εκεχειρία, μια ανακωχή μεταξύ των φύλων, μια λίμνη από τραγούδια, ένα είδος μαγεμένου καρναβαλιού! Ενα είδος σεληνιακής παρέμβασης, σαν τη σελήνη που μας απαλλάσσει από την πραγματικότητά μας και δίνει στον καθένα από μας μια ελαφρότητα και μια αγαλλίαση φαντασμάτων.
Πωλ Κλωντέλ

Σε ορισμένους συγγραφείς αποκομίζουμε την αίσθηση πως το recto της ζωής και το verso του έργου συνέχονται τοπολογικά όπως πάνω σε μια ταινία του Mobius, και πως, αν πραγματοποιήσουμε μια τομή στην ταινία, προκύπτει ένα σύνολο δίδυμων σημείων, όπου κάθε σημείο της ζωής αντιστοιχεί αμφιμονοσήμαντα σε ένα σημείο του έργου. Αν τώρα μεταφράσουμε το δίπολο ζωή και έργο με όρους εν οίκω και εν δήμω, προκύπτει ότι οι συγγραφείς στους οποίους αναφερόμαστε, είναι εκείνοι στους οποίους επενεργούν εντονότερα -που θα πει ταυτόχρονα- δύο αντιφατικές ανάγκες: η ανάγκη για δημοσιοποίηση και συνάμα αποσιώπηση των Πομπών τους. Είναι η περίπτωση του Βέλτσου και του ομώνυμου ποιητικού δράματος.

Είθισται να λέγεται ότι μια εμπειρία, μια πραγματική εμπειρία, δεν ερμηνεύεται, αλλά ερμηνεύει το υποκείμενό της. Η συναρπαστική εντύπωση αλήθειας και αυθεντικότητας που δημιουργεί η ανάγνωση των Πομπών του Βέλτσου, έγκειται ακριβώς στην αίσθηση ότι ο συγγραφέας τους εγκατέλειψε προσωρινά την απυρόβλητη προοπτική ενός άκρως επινοητικού εστέτ, που ανακαλύπτει παντού την πρώτη ύλη για τα παρακμιακά ποιητικά του γυμνάσματα, για να εξιστορήσει μια εμπειρία που τον συντάραξε και διατάραξε τον αυτοματισμό της γραφής του. Συνέχεια

[Χαιρετισμός]

Με τον Γιώργο Βέλτσο μοιραστήκαμε την ίδια Ιστορία. Εγώ από την αρχή. Αυτός από το τέλος. Αλλά ανταμώσαμε. Και γίναμε φίλοι μέσα στη δίνη της. Μιλώ για την Ιστορία αυτού του τόπου, τα εξήντα τελευταία χρόνια, που τη ζήσαμε — ο καθείς με τα όπλα του.

Γιατί αυτός που χαιρετώ εγκάρδια από τούτες τις σελίδες του Εντευκτηρίου είναι επίσης ένα πρόσωπο «ιστορικό» — όπως είθισται ν’ αποκαλούνται τα πρόσωπα που έχουν επηρεάσει την κοινωνία με την παρρησία, την επιμονή και την ανανεωτική ορμή τους. Έχει στοχαστεί πολιτικά τις δεκαετίες μετά τη μεταπολίτευση, και κυρίως την τελευταία εικοσαετία, με τα βιβλία, τα άρθρα, και τα μαθήματα του, και διαφορετικά απ’ ότι εγώ, τις έχει στοχαστεί και ποιητικά. Στα ποιήματα του ο Βέλτσος δίνει το ειδικό βάρος της εποχής, προτείνοντας οδηγίες για την εποχή: συμμετοχή και αποστασιοποίηση, ειρωνεία και λυρισμό, αισιοδοξία και απαισιοδοξία. Πολιτική μ’ έναν λόγο της ποίησης, για την ποίηση, αλλά και για την κοινωνία.

Πιστεύω ότι ο φίλος μου ο Γιώργος, με την ποίηση του, πολιτεύεται. Παρεμβαίνει στους θεσμούς. Ενοχλεί. Παραδειγματίζει. Εισπράττει τα επίχειρα της μοναξιάς του. Αλλά στην ασύμμετρη σχέση που διατηρεί με το επιστημονικό και λογοτεχνικό «κατεστημένο», ένα κυρίως πρωτεύει: η διαύγεια. Η ιδιότητα, δηλαδή, με την οποία ο Βέλτσος, όταν γράφει, το έργο του, όταν το παράγει, παράγεται απ’ αυτό, ισχυροποιώντας και, την ίδια στιγμή, διαβάλλοντας την ψευδαίσθηση του κόσμου.

Λεωνίδας Κύρκος

Δημοσίευση στο Εντευκτήριο 75 – Δεκέμβριος 2006

Ο ποιητής και η μούσα

Εχω την αίσθηση ότι η πρόσφατη συλλογή του Γιώργου Βέλτσου (H Βεατρίκη είμαι, Ινδικτος 2005) αποτελεί σταθμό στη δωδεκάχρονη εκφραστική του περιπέτεια, που ξεκίνησε με τα Σύμβολα το 1993 και συνεχίστηκε με άλλες έντεκα, ενδιάμεσες, ποιητικές ομολογίες. Απόδειξη: η συλλογή αυτή των πενήντα τεσσάρων, αν μετρώ καλά, ποιημάτων σφραγίζεται με τον «Απόλογο»· κείμενο τεσσάρων σελίδων, μεικτής τεχνικής, που κοιτάζει λοξά στους Μεγάλους Απολόγους της Οδύσσειας. Απολογισμός λοιπόν σε πρώτο πρόσωπο για λάθη και παθήματα επίμονης θητείας στην ποίηση. Αντιγράφω φράσεις και φάσεις από την αρχή, τη μέση και το τέλος του «Απολόγου»:

Αρχή: Δεν ήξερα να πω. Δεν κρίθηκα ικανοποιητικά. Δεν με συνορίζονται. / Εφυγα ταπεινωμένος. / Το γήρας μου αφαίρεσε την ικανότητα πειθούς. Πόσο καιρό θα διαρκέσει; / Δεν είχα πλέον το δικαίωμα να θέτω την ερώτηση. /

Μέση: Τώρα είμαι από την άλλη μεριά του καταπετάσματος. Με τον αντίχειρα στο στόμα σα μωρό παιδί και το ουράνιο τόξο κεντημένο στη σαλιάρα. Και δεν εκπλήσσομαι που όλα στήνονται από την αρχή.

Τέλος: Με εγκατέλειψε. Δημιούργησε πάλι τον ιδανικό μου κόσμο: τύψεις, ικεσίες, παραλείψεις, υποκαταστάσεις, υπερβολές. / Είχα επιστρέψει στη δικαιοδοσία του καθρέφτη. Αυτή τη φορά διέσχισα το λεπτό φύλλο του τσίγκου. Επεσα σα σταγόνα υδραργύρου στο πάτωμα. Παρέμεινα ρευστός και ακίνητος.

Αλλο σημάδι πως ο Βέλτσος στοχάζεται τη φορά αυτή ακίνητος την κρίσιμη καμπή του. Να μοιράσουμε τους ποιητές σε δύο βασικές κατηγορίες: σ’ εκείνους που κυνηγούν την ποίηση· στους άλλους που η ποίηση τους κυνηγά. Θηρευτές οι πρώτοι· θηράματα οι δεύτεροι. Είμαι λοιπόν της γνώμης πως ο Βέλτσος, αρχίζοντας με τη Σκιά και φτάνοντας στη Βεατρίκη, εκών άκων, προσχωρεί τώρα στα θηράματα της ποίησης, ελπίζοντας στη συμπάθειά της. H μετακίνηση αυτή μαρτυρεί ποιητική ωριμότητα που λίγοι διαθέτουν.

Υπάρχουν ομηρικά υποδείγματα και για τις δύο περιπτώσεις. Το ένα, για τους θηρευτές, προέρχεται από την Ιλιάδα· το άλλο, για τα θηράματα, από την Οδύσσεια. Λοιπόν, στον «Νεών Κατάλογο» της δεύτερης ιλιαδικής ραψωδίας γίνεται λόγος για κάποιον Θάμυρη, αοιδό θρακικής καταγωγής, που τον απάντησαν οι Μούσες στον δρόμο της επιστροφής του από την Οιχαλία, να ξιπάζεται πως ξεπερνά στη μουσική τέχνη ακόμη και τις Μούσες, αν ήθελαν οι ίδιες να τον ανταγωνιστούν στο τραγούδι. Οπότε οι Μούσες, κόρες του Δία, χολώθηκαν, τον τύφλωσαν και του αφαίρεσαν το χάρισμα της θεσπέσιας αοιδής, να μην μπορεί να παίξει πια καν την κιθάρα του (B 594
-600). Συνέχεια

Ποιος φοβάται τη Βεατρίκη;

Ο Γιώργος Βέλτσος γράφει για να χάσει το επίθετό του. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίον στράφηκε προς την ποίηση: γι’ αυτό, και για να ξεμάθει όσα έμαθε, όσα οι κοινωνικοί φόβοι μιας άλλης ηλικίας τον έκαναν να γνωρίσει. Το δικαίωμα αυτό η «ληξιαρχική ηθική» που, εκτός από τα δημόσια έγγραφά μας, φαίνεται να διέπει και μεγάλο μέρος της εγχώριας λογοτεχνικής κριτικής, δεν στέργει να του το αναγνωρίσει – τη εξαιρέσει λίγων αλλά σπουδαίων ομοτέχνων του (Χειμωνάς, Μαρκίδης, Κακναβάτος). Αντιλαμβάνομαι τον λόγο. Οι μορφασμοί του Βέλτσου απάδουν της κρατούσας, ρομαντικής και προ-μοντέρνας, αντίληψης, η οποία θέλει, μεταξύ άλλων, τον ποιητή φορέα ενός προσώπου που να το νιώθεις ατόφιο πίσω από τις λέξεις, και κομιστή μιας μετουσιωμένης και αισθητικά αναπλασμένης βιωματικής αλήθειας, που να ενδιαφέρεται να γίνει και δική μας.

H «φραστική εξαφάνιση»

Για να αντιληφθούμε τι υποθάλπει αυτή την υπεροχή της «ηθικής» του προσώπου – η οποία αποψιμυθιώνεται οσάκις η δοσοληψία της με τον πολυκέφαλο (συντεχνία των ποιητών, λογοτεχνικά περιοδικά, Πανεπιστήμιο κτλ.) θεσμό, που τη συντρέχει, την ανάγει σε αρχή έκδοσης διαβατηρίων για τη χώρα της ποίησης – επί του εξωηθικού και αταυτοποίητου υποκειμένου της ποιητικής γραφής, θα πρέπει να αναδιφήσουμε τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώθηκε το ποιητικο-ερμηνευτικό ερώτημα στην Ελλάδα. Θα πρέπει, παραδείγματος χάριν, να απαντήσουμε γιατί ο λογικός όρος δυνατότητας της μοντέρνας ποίησης, που διατυπώθηκε από τον ιδρυτή της Στεφάν Μαλαρμέ, και πρεσβεύει τη «φραστική εξαφάνιση του ποιητή», δεν εξασφάλισε ποτέ τη συναίνεση του milieu, ούτως ώστε να επιφέρει μιαν αλλαγή στο κυρίαρχο γούστο, η οποία θα αποτυπωνόταν όχι μόνο στην ποίησή μας αλλά και στην ερμηνεία της. (Και σε αυτή την περίπτωση, οι εκατέρωθεν εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.) Ειδικά σε ό,τι αφορά τη δεύτερη, φρονώ πως σπανίως εγκατέλειψε την περιφέρεια ενός ουροβόρου κύκλου, αρκούμενη στην απογραφή της πολυσημίας του ποιητικού έργου, η οποία είναι μεν σε θέση να λογοδοτήσει για τη σημαίνουσα οικονομία του, αλλά απωθεί την αποσημασιολογημένη υλικότητά του. Συνέχεια