Category Archives: κείμενα

Η «μάχη», ο Καμύ και η δημοκρατία

Για να περιγράψεις στην εφημερίδα τη σύνθλιψη της Ελλάδας από την πρέσα της ανυποχώρητης Ευρώπης, πρέπει να έχεις κατά νου ότι ο χρ όνος αυτής της περιγραφής παράγεται τεχνητά σε τριακόσιες πενήντα λέξεις προς ανάγνωσιν. Δεν είναι εύκολο να αναπτύξεις θέματα που αντιβαίνουν στην κατεστημένη λογική, όπως π.χ. το θέμα του πνεύματος της εξέγερσης.Εάν το επιχειρήσεις, θέτεις στον εαυτό σου έναν υπεραισθητό προορισμό. Φαντάζεις εκτός τόπου, ακόμη και όταν συγκρατείσαι μέσα στον χρόνο του άρθρου. Παρ’ όλα αυτά προετοιμάζεις τον αναγνώστη σου για μια υψηλότερη σκοπιμότητα από την επιτυχία του PSI. Δηλαδή προετοιμάζεις την έλευση της δικαιοσύνης. Συνέχεια
Advertisements

Το απροϋπόθετο του Πανεπιστημίου

Τις προάλλες μού δόθηκε η ευκαιρία να συζητήσω με την Αννα Διαμαντοπούλου για τα προβλήματα της Ανώτατης Παιδείας. Της είπα απερίφραστα ότι το Πανεπιστήμιο ή θα είναι απροϋπόθετο ή δεν θα είναι Πανεπιστήμιο. Η διάζευξη που χρησιμοποίησα δεν ήταν παρά ταύτα αφοριστική. Το απροϋπόθετο Πανεπιστήμιο προϋποθέτει μια φιλοσοφία για το Πανεπιστήμιο που συνοψίζεται στην εναρκτήρια διερώτηση της προβληματικής γύρω από τα ζητήματα που υποτίθεται ότι θίγει και η περιβόητη Διαβούλευση. Το Πανεπιστήμιο λοιπόν- εν όψει ποίου λόγου; Ποιος δηλαδή είναι ο λόγος της ύπαρξής του και τι σημαίνει η ύπαρξη του Πανεπιστημίου; Το να οργανώνεται προφανώς, όπως θα ήθελε ο Καντ, επί της ιδέας του ορθού Λόγου. Αλλά συγχρόνως και να εξελίσσεται, όπως θα ήθελε ο Αντόρνο, ανάλογα και με τη «διαλεκτική» αυτού του ορθού Λόγου, όταν μάλιστα ο τελευταίος καθίσταται εργαλειακός. Και τότε (τώρα) τι γίνεται με το Πανεπιστήμιο; Τι σημαίνει Ανώτατη Παιδεία σε μια κοινωνία που συσχετίζεται μάλλον με τη χρηματοπιστωτική οικονομία παρά με τη νευτώνεια ανθρωπολογία;

Η Ανώτατη Παιδεία, τουλάχιστον κατά το Κείμενο Διαβούλευσης του υπουργείου, οφείλει να παράγει ποσότητες πληροφόρησης με τη μορφή της σχέσης που αναπτύσσουν οι παραγωγοί με τους καταναλωτές. Το Πανεπιστήμιο εντάσσεται συνεπώς στον παραγωγικό κύκλο, στον διατροφικό έστω κύκλο, οπότε το Κείμενο Διαβούλευσης μοιάζει να διαφημίζει ένα προϊόν. Θα ήταν υπερβολή να πω μια γκοφρέτα που μασουλάει στο προαύλιο ο φοιτητής, μιλώντας απεριόριστα στο κινητό του, εφόσον την πραγματική του ζωή θα τη δει το βράδυ από τον καναπέ στη διαφήμιση της γκοφρέτας στην τηλεόραση; Εάν λοιπόν το Κείμενο Διαβούλευσης θέτει κανόνες, ας αγνοήσει την παντοδυναμία των φιλελεύθερων κανόνων της αγοράς (της γκοφρέτας).

Είπα στην υπουργό πως, κατά τη γνώμη μου:

α) Ο υφυπουργός της, ο κ. Πανάρετος, καίτοι πανεπιστημιακός, αποδείχθηκε με τις άστοχες πρωτοβουλίες του ότι υποτιμά τους συναδέλφους του.

β) Η εισαγωγή, εκ μέρους του υπουργείου, των επονομαζόμενων «δεικτών αποτελεσματικότητας» και η συνακόλουθη «αξιολόγηση» των πανεπιστημιακών δασκάλων επιβραβεύουν την τυποποιημένη γνώση των διαφημιστών, αφήνοντας εκ των πραγμάτων αναξιολόγητη τη χρήση της γνώσης για την κριτική σκέψη- απαραίτητη προϋπόθεση όχι μόνο για τις κοινωνικές σπουδές αλλά και για τις θετικές επιστήμες. Της επέστησα κυρίως την προσοχή στο ότι η ουδέτερη γνώση, και συνεπώς η ουδέτερη κατάταξη ή αξιολόγηση, υφίσταται μόνον όταν μετρούνται από τους «αξιολογητές» οι ποσοτικοί δείκτες για την εξέλιξη των καθηγητών (δηλαδή τα ασήμαντα άρθρα σε διεθνή περιοδικά τα οποία υπάρχουν για να προάγουν μια άσκοπη διαδικασία αυτοετερο-αναφορών, και οι εξίσου ασήμαντες έρευνες προς όφελος, λόγου χάριν, κάποιας φαρμακευτικής εταιρείας, ή γενικότερα με σκοπό την «απορρόφηση» κονδυλίων).

γ) Αμφισβήτησα τον τρόπο προσέγγισης των καθηγητών πανεπιστημίου μέσω ενός επιχειρησιακού κειμένου (Κείμενο Διαβούλευσης), όπου τα διαφημιστικού τύπου σλόγκαν («Αυτοδιοίκηση, Λογοδοσία, Ποιότητα, Εξωστρέφεια») συναγωνίζονται τις κοινοτοπίες της τελευταίας ΤΟ του παλαιού- εφτάψυχου- ΠαΣοΚ.

δ) Τέλος, επέμεινα στην αντισυνταγματικότητα του λεγόμενου Συμβουλίου. Διότι εάν μεν τα μέλη του εκλέγονται από πανεπιστημιακούς εν ενεργεία, τότε ποιος ο λόγος υπάρξεώς του; Αν πάλι, έστω και λίγοι, ορίζονται από την Πολιτεία, τότε σε τι συνίσταται το «απροϋπόθετο»; Εκτιμώ ότι ένα τέτοιο όργανο με εξωπανεπιστημιακά μέλη που ορίζονται, επιπλέον, από την Πολιτεία, έστω και αν μειοψηφούν, ανοίγει «παράθυρο» στους μάνατζερ και «πόρτα» στους κυρίους-κυρίους ομότιμους καθηγητές- ή σε όσους πρόκειται σύντομα να συνταξιοδοτηθούν, οι οποίοι προφανώς επιθυμούν να επιστρέψουν στρώνοντας τον δρόμο της ολικής τους επαναφοράς με κολακευτικά προς το υπουργείο Παιδείας κείμενα, δεξιά και αριστερά.

ε) Το πάλαι ποτέ 1-1-4 του Γεωργίου Παπανδρέου, της είπα, κινδυνεύει να μετατραπεί από τον Γιώργο Παπανδρέου σε 1 και 1 κάνουν 4, δηλαδή σε μια αδιανόητη για κάθε εκπαιδευτικό σούμα που μόνο στα λογιστικά τερτίπια του ΔΝΤ θα μπορούσε να εμφανισθεί. Τριάντα πέντε χρόνια χαμηλόμισθος στην επίλεκτη θέση του πανεπιστημιακού δασκάλου, «αδαής» κυριολεκτικά «δάσκαλος» όπως ο Ζοζέφ Ζακοτό που πολέμησε για να ανατρέψει τη «μέθοδο του εξηγητικού κανόνα» και στον οποίο ο μεγάλος μαρξιστής φιλόσοφος Ζακ Ρανσιέρ αφιέρωσε το ομώνυμο βιβλίο (Νήσος, 2008), υποστήριξα και εγώ ότι μια «εξηγητική διδασκαλία» δεν είναι απαραίτητη για τη θεραπεία της ανικανότητας για κατανόηση. Αντίθετα, αυτή η «ανικανότητα» είναι η θεμελιώδης επινόηση της εξηγητικής σύλληψης του κόσμου. Δάσκαλος λοιπόν- και όχι καθηγητής της Ιατρικής ή της Νομικής- που γέμισα με φοιτητές τα αμφιθέατρα και άδειασα τα μυαλά από τις προκαταλήψεις, δεν παραδέχθηκα ποτέ ότι γνώση και εξουσία είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Γι΄ αυτό και δεν θα ενδώσω στο ζητούμενο από το υπουργείο Παιδείας: ότι το ζήτημα της γνώσης πρέπει να εκλαμβάνεται στην εποχή της πληροφορικής ως ζήτημα διακυβέρνησης.

Υπενθύμισα λοιπόν στην υπουργό, που έχει, πιστεύω, την ικανότητα να «ακούει», πως το δικαίωμα να αποφασίζει, ως εντεταλμένη, τι είναι πολιτικά σκόπιμο δεν είναι ανεξάρτητο από το δικαίωμά μου, ως εντολέα, να αποφασίζω τι είναι πνευματικά δίκαιο.

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011 – Το Βήμα

Η γραβάτα του Κακλαμάνη

Θα όφειλα άραγε να προσφύγω στον αρχαιοελληνικό όρο «τα παρωδά»- στα άσματα δηλαδή που εισάγουν στη σκηνή οι κλόουν της εποχής αφηγούμενοι τα γελοία, όταν οι ραψωδοί διακόπτουν την απαγγελία τους- προκειμένου να χαρακτηρίσω και εγώ τα καμώματα επί σκηνής των πολιτικών; Παίζουν με τις λέξεις προς ιδίαν τέρψιν, ως φαίνεται, και ασφαλώς προς ίδιον όφελος. (Ο Τσοχατζόπουλος, θύμα κλοπής!)Στην ωδή του πολιτικού στοιχείου η παρωδία του πολιτικού λόγου συνεχίζει εξακολουθητικά τον χαβά της με διαπληκτισμούς στα κανάλια, ενώ θα έπρεπε να σωπαίνει. Αλλά ο εμπαιγμός είναι δική μας επιλογή: επί χρόνια τούς ακούμε και τους ψηφίζουμε. Δεν βρίσκω για αυτό άλλον λόγο από τον εθισμό ή έναν ηθολογικό τροπισμό όπου η νυχτερίδα βλέπει φωτεινή οθόνη και στουκάρει. Και αν υπάρχει φως στο τούνελ αυτού του πειραματικού εργαστηρίου που είναι η Ελλάδα, το φως είναι τα φώτα από το επόμενο τούνελ. Συνέχεια

Την πένα αντικατέστησε η μούρη

Τρία ειλικρινή άρθρα για την κρίση στον Τύπο, δημοσιευμένα στο «Βήμα» από τον Α. Καρακούση, τον Σ. Πολυμίλη και τον Π. Καψή, επιτρέπουν μερικές σκέψεις από έναν, επί τριακονταπενταετία, «έκτακτο», όπως αποκαλείται, «συνεργάτη» του ΔΟΛ που επιμένει να αιθεροβατεί στην κόλαση του σκεπτικισμού.

Αυτό που βαραίνει, νομίζω, είναι ότι η αυλαία στο δράμα του έντυπου λόγου έχει πέσει προ πολλού. Το θέατρο- ή το πραιτώριο – μεταφέρθηκε στην τηλεόραση. Το χάσμα ανάμεσα στη γραφή και στην εικόνα δεν γεφυρώνεται παρά τα «ρόλερ» που «τρέχουν» στα τηλεοπτικά δελτία ή, έστω, τις ολοένα αυξανόμενες επισκέψεις στο Διαδίκτυο. Την πένα αντικατέστησε η μούρη. Το γράφειν, ένα αενάως πληκτρολογείν. Τη χειρονομία της γραφής, ένα μεταλλαγμένο χέρι που συμποσείται στο δάκτυλο. Την ελευθεροτυπία, ο «δάκτυλος» του οιουδήποτε μεγαλοεπιχειρηματία.
Συνέχεια

Πατριδογνωσία

Βασανίζομαι με αυτό που δεν μπορώ να κάνω.Οσο και να το βασανίζω δεν καταφθάνει.Δεν μου φθάνει η ζωή.Καμία ζωή που φαντάζομαι δεν θα μου έφθανε.Δεν έρχεται προς εμένα ο ζωντανός,μόνο κάτι πεθαμένοι ποιητές.

Δεν τολμώ να σκεφτώ πως σ΄ αυτή την εγωιστική εγκαταβίωση το μόνο που ήθελα είναι να μη γερνώ.

Και- συμπερασμός- να μην πεθάνω.

Περνούν όμως τα χρόνια σαν τα πουλιά.Αρχές Οκτώβρη ήδη,και παρατηρώ πάλι τα πουλιά στον χρόνο,που δεν είναι άλλος από τον φευγαλέο φθινοπωρινό ουρανό του quatrocento.

«Σκέψου τον κόσμο της μάνας [της Ιρλανδίας]» γράφει ο Τζόις στον Οδυσσέα.

Δεν επιθυμώ να πάω.Ubi bene,ibi patria (όπου καλά, εκεί η πατρίδα).

Και προφανώς είναι καλύτερα στον ουρανό της ποιήσεως από τη συφοριασμένη Ελλάδα.

Το Βήμα της Κυριακής – 3 Οκτωβρίου 2010

«Ο Μέγιστος Ύφαλος»

Ένα σχόλιο στην ποίηση του Έκτορα Κακναβάτου

Η ποίηση δεν μας αφήνει να μιλάμε γι’ αυτήν.
Οι εκδηλώσεις για τον ποιητή, ως δηλώσεις υπέρ της ποιήσεώς του θα έπρεπε να εκλαμβάνονται. Δηλώσεις υποταγής του σχολιαστή του, θέλω να πω της σχολαστικότητας, ακόμη και των ενδελεχέστερων σχολίων του.
Το ποίημα, αυτή η αυτεξούσια ταυτολογία, είναι το ποίημα. Προσυπο-γράφεται ή διαγράφεται. Στην ποίηση δεν χωράει μεταποίηση. Δεν υ-πάρχει μεταποίηση του ποιήματος, διότι «δεν υπάρχει η μεταγλώσσα». Η ρήση του Λακάν: «ιl n’y a pas de métalangage», στην οποία προ-σαρτώ το κεντρικό απόφθεγμα από τα Βραχέα και Μακρά του Κακνα-βάτου: «Η ποιητική πραγματικότητα δεν είναι αναγώγιμη σε κάτι έξω απ’ αυτήν. Είναι η ίδια η ποίηση », εισάγει μία αινιγματική φράση του Χαίλντερλιν: «Είμαστε ένα σημάδι χωρίς ερμηνεία». Σε ό,τι με αφορά, τον αστερισμό αυτών των τριών αποφάνσεων του Λακάν, του Κακνα-βάτου και του Χαίλντερλιν, τον αντιλαμβάνομαι ως κατηγορική επιταγή ενός: «Μη με σχολιάσεις, διότι η ποίησή μου δεν έχει λόγο υπάρξεως πλην του εαυτού της. “Το αναφερόμενο” δεν με αφορά, όποτε η ανά-γνωση που θα επιχειρήσεις, μόνον ως κίνηση που υποσκάπτει την απουσία μου μέσα στην παρουσία του έργου μπορεί να επιτευχθεί. Διάβασέ με, λοιπόν, με μια ματιά. Σάρωσέ με. Κι αν θελήσεις να προ-σθέσεις κάτι, δεν θα έχεις καταλάβει τίποτα από το παιχνίδι μου. Αν ζητάς ένα συμπλήρωμα ανάγνωσης και γραφής, μόνον μέσα στην ανα-γκαιότητα του α-νόητου παιχνιδιού πρέπει να το αναζητήσεις. Κι αν η μεθοδολογική σύνεση ή οι κανόνες της αντικειμενικότητας δεν σε συ-γκρατήσουν από το να προσθέσεις κάτι δικό σου –ένα σχόλιο–, τότε αυτό που θα προσθέσεις ας μην είναι ένα συμπλήρωμα, αλλά μόνον το αναπλήρωμα, “ούτε ένα επιπλέον, ούτε ένα λιγότερο, ούτε ένα εκτός, ούτε το συμπλήρωμα ενός εντός, ούτε ένα συμβεβηκός, ούτε μια ουσί-α”, όπως διδάσκει ο Ντερριντά. Ας είναι αυτή η αρνητική γραφή, που οδηγεί στην ανάγνωση ως αποτυχία. Ας είναι ένα επιπλέον ποίημα. Γιατί δεν το γράφεις;». Συνέχεια

«Ημουν κι εγώ εκεί»

Ο καθηγητής του Παντείου περιγράφει την εμπειρία του ως ακροατή στα μαθήματα του Μισέλ Φουκώ, στο Κολλέγιο της Γαλλίας
Θα μπορούσα πράγματι να πω: ήμουν κι εγώ εκεί. Μετά την «λυόμενη» προαστειακή Βενσέν, όταν στα χρόνια της δικτατορίας φοιτητής τον πρωτάκουσα κατάπληκτος, δέκα χρόνια αργότερα στο Κολλέγιο της Γαλλίας- υφηγητής πλέον στο Πάντειο- τον παρακολουθούσα να πραγματώνει σε κάθε του παράδοση την πρώτη παράγραφο του εναρκτήριου μαθήματός του στις 2 Δεκεμβρίου 1970: «Θα μ΄ άρεσε να μπορώ να ξεγλυστρώ εύκολα (…) θα προτιμούσα αντί να παίρνω το λόγο να βρίσκομαι μέσα στη ροή του». Ημουν κι εγώ τις Τετάρτες από τις 7 το πρωί, να βρώ θέση στη μεγάλη αίθουσα, να μη στριμωχτώ στη δεύτερη με τα μεγάφωνα (δεν υπήρχαν τότε κάμερες και οθόνες), να μπορέσω να τοποθετήσω στρατηγικά το μαγνητοφωνάκι μου στην έδρα, να τον ηχογραφήσω, να μην τον ενοχλήσω όταν θα έπρεπε να αλλάξω κασέτα, να μην του απευθυνθώ στο τέλος γιατί γνώριζα πως η ερώτηση που θα του υπέβαλα «δεν έρχεται από πουθενά» («έχω μια σχέση ηθοποιού ή ακροβάτη με τους ανθρώπους που βρίσκονται εκεί. Και με το που σταματώ να μιλώ, μια αίσθηση απόλυτης μοναξιάς»).

Ημουν κι εγώ και είμαι τριάντα χρόνια μετά που τον ακούω στο μαγνητόφωνο του αυτοκινήτου όταν κατεβαίνω για μάθημα, μήπως και τον φτάσω όχι τόσο σε ό,τι έλεγε αλλά στη σβελτάδα και την ορμή.

Την έννοια της «Διακυβέρνησης» θυμάμαι πώς πραγματεύονταν τότε (1979-80). Με την ευρύτερη βέβαια σημασία: διακυβέρνηση τόσο των ψυχών και των συνειδήσεων όσο του οίκου και του κράτους. Κυρίως του εαυτού.

«Εξομολόγηση», «εξαγόρευση», «διδασκαλία»: αυτά ήταν τα κλειδιά των παραδόσεων εκείνης της χρονιάς έναν χρόνο πριν οδηγηθεί στο μεγάλο του θέμα: «Υποκειμενικότητα και αλήθεια», τρία χρόνια πριν διακόψει λόγω υγείας τις προγραμματισμένες παραδόσεις (1982-83, 1983-84), τις οποίες είχε αναγγείλει και που με τον τίτλο της τελευταίας θα έκλεινε ένα χρόνο μετά, στις 25 Ιουνίου 1984, την τρελλή του ζωή: «Το κουράγιο της αλήθειας». Το είχε; Το είχε! Παρότι η αλήθεια κοστίζει ακριβά και το χειρότερο, συγχέεται με τις μάσκες της. (Συλλογίζομαι, για παράδειγμα, την αλήθεια που μας λένε οι σημερινοί αληθολόγοι της βιοεξουσίας, και για να είμαι ειλικρινής τρελλαίνομαι και εγώ).

«Είμαι πειραματιστής, όχι θεωρητικός (…) είμαι πειραματιστής με την έννοια ότι γράφω για να αλλάξω τον εαυτό μου και για να μη σκέφτομαι το ίδιο πράγμα με πριν».

Και για να τελειώνουμε, επειδή ο Φουκώ μιλάει για τους μη-κανονικούς, «Το θέμα δεν είναι να ανακαλύψουμε ότι είμαστε ομοφυλόφιλοι. Μάλλον πρέπει να δημιουργήσουμε ένα gay τρόπο ζωής, ένα γίγνεσθαι gay».

Το Βήμα της Κυριακής – 26 Σεπτεμβρίου 2010