Category Archives: ποιήματα

Σκιά [2002]

Σκιά [2002]

«Ο μοντέρνος λυρισμός του Βέλτσου εγκαινιάζεται επισήμως με τη μεγάλη του σύνθεση Σκιά (Ικαρος, 2002) – μεταφρασμένη αριστουργηματικά στα αγγλικά από τον Ντέιβιντ Κόνολι (Σκιά / Shadow, Ινδικτος, 2004) -, σταθμό στη δεκατριάχρονη ποιητική του πορεία, και επίτευγμα της πρόσφατης ποιητικής μας παραγωγής. Και λέω «σταθμό», γιατί, παρ’ ότι όλα, στον Βέλτσο, καταλήγουν να περισυλλεχθούν στην ενότητα μιας μονογραφής, η Σκιά σηματοδοτεί μια στροφή, η οποία εκδηλώνεται με την άνευ όρων προσχώρησή του στην αυτεξουσιότητα της ποιητικής γλώσσας. Εφεξής, η ποίηση μετατρέπεται, για τον Βέλτσο, σε δύναμη καταστρεπτική για οτιδήποτε έξω από αυτήν, κηρύσσοντας ένα γενικευμένο πένθος για τις μη ποιητικές χρήσεις της γλώσσας και τη χαμένη τους ισχύ. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι μη ποιητικές χρήσεις της γλώσσας έχουν εξαφανιστεί. Σημαίνει, απλώς, ότι απαντούν μόνο στη διάσταση της ανεπάρκειάς τους, και ότι η ποίηση σχετίζεται μαζί τους μόνο στον βαθμό που τις παρενοχλεί.»

 

Το πνεύμα της ποιήσεως

Λοιπόν, το στοιχείο που θα επικρατήσει
όταν δεν θα προστίθεμαι στη γη
θα είναι ο αέρας
Ρεύμα αέρα, δυνατό
θα επιλέξει από τη δέσμη των χαρτιών μου
τον δισταγμό
Θα τον λικνίσει λίγο
πλάι σε πράγματα ανθεκτικά
κι ύστερα, θα τον ανορθώσει
εμψυχωμένο σαν την καρδιά μου

Σε εισπνέω πνεύμα της ποιήσεως
και θα σε εισπνέω
όταν το σώμα μου γίνει λέξη

Η κόρη και ο θάνατος

Συγκεντρωμένη
αλλά για πόσο ακόμη
αφού η φωτεινή κηλίδα
γλιστράει αλλού
κι αλλάζει η γωνία της ακμής;
Σα να αμβλύνθηκε το φως
στο πρόσωπό της
Ή, να έπρεπε να χειριστεί το φως
αλλιώς
Να συλλαβίσει το αναπότρεπτο
ως το τέλος

Τώρα στην αντηλιά τής επιτρέπεται
να αναπνέει
Ήρεμος άνθρωπος, από χαλκό
σε συνεχή παρεκτροπή απ’ τον άνθρωπο
χωρίς παραφορά
βρίσκοντας το λιγότερο
απ’ ό,τι της αρκεί στο μέτωπό της

Στέκεται στην εικόνα της
Παρατηρεί
Λυπάται
Δεν την κρατάει το σπίτι
Η κούκλα μέσα της σκιρτά
διότι κανέναν άνθρωπο
δεν τον αφήνει ολωσδιόλου
ο εαυτός του
-η σκοτεινή επίγνωση που την φυλά

Χτενίζει τα μαλλιά
Φοράει μαύρο νυφικό, σιμώνει
Σα να του λέει:
-Θάνατε, είμαι ήρεμη εδώ
ενώ το χιόνι
στρώνει στο ωραίο σώμα της
υπομονή
Πώς έμαθε να τον αρπάζει απ’ το λαιμό
ικετευτικά;

ΔΙΠΤΥΧΟ

Ι

Όλο και πιο λίγο απολαυστικός με τον εαυτό σου
ερειπωμένος
πέτρινος περιστεριώνας το πρωί που λείπουν τα πουλιά
στημένος στον αέρα των αιώνων
αναμένεις το άγαρμπο χέρι
για να ξεριζώσει τ’ αρχίδια σου
-γιατί έτσι μόνο πεθαίνεις εσύ-
αλλά μην το αφήσεις να ξεριζώσει την καρδιά σου

Τώρα πέταξε πριν η αδυναμία της χτυπημένης σου φτερούγας
κουράσει τον ρυθμό που κρατούν σιωπηλά τα αποδημητικά
στις αποστάσεις των ηπείρων
Και το μικρό χτίσμα που σε στεγάζει
-οστεοφυλάκιο από ίνες φωτός-
κι αυτό, σαν επινόημα της μεταφυσικής σου προκύπτει
Το εμπιστεύτηκες αν και τίποτα δεν του βρήκες στέρεο
Τίποτα δε σε έτερψε
Ούτε τα ομοιώματα στις τέσσερις γωνίες
-άψυχες διακοσμήσεις των εκτροφέων-
ούτε οι σταυροί Συνέχεια

Έφεσος

Δεν υπάρχει εκκλησία
Έχουν στήσει την Αγία Τράπεζα στα ερείπια
Η πάλαι ποτέ διαλάμψασα Μητρόπολις δεν υπάρχει

Δεν υπάρχει θέατρο
Δύο κατσίκια στο πάνω διάζωμα
βυζαίνουν φρυγμένο μελισσόχορτο

Δεν υπάρχει η Βιβλιοθήκη
Ο βιβλιοοικονόμος τελείωσε το έργο του πριν δυο χιλιάδες χρόνια
Το ιπποδάμειο δεν εξυπηρετεί

Δύσκολα επινοεί την ιστορία του τόπου
αυτός ο ξενόφερτος δραγουμάνος
με τα πολλά βυζιά
που καμώνεται την Άρτεμη
Η ιδιομορφία του χαρακτήρα του
αντικαθιστά την τραγωδία
Ιδρωμένος βηματίζει στην ορχήστρα
σαν ψεύτικος οιωνός
Δεν πρόκειται να τον ακούσει κανείς

Δαυλίζει ο ξεναγός
το χρήσιμο μέρος της φωτιάς
σαν πρόσφυγας παπάς του ’22
Με βακτηρία από ιτιά
χαράσσει τη γραμμή στη στάχτη
να προφυλάξει
το αρχαίο μέρος του εαυτού του
Στα χρόνια ανήκει ασυναίσθητα:
Φρύγας, παλιά
ύστερα ακρίτας
ύστερα –με την ανταλλαγή–
πρόσφυγας απ’ τα Χανιά
Και τώρα
μετά τα πρώτα βήματα
ξώμαχος της Ιστορίας
εποχικός
νομίζει πως λέει τα λόγια του
μπροστά στο σπίτι της Παναγίας
με τους εκ περάτων και τα πούλμαν

Τρία Ποιήματα

Συνέχεια

Ρεβεγιόν

Εδώ προκύπτει του αινίγματος
ο αναβαθμός
οπότε ας καθυστερήσουμε τη σημασία
κι ας ευχηθούμε η βραδιά
να καταλήξει εδώ:
σ’ ότι δεν μας εξαπατά ποτέ
Στον στίχο


Ή μήπως ολόκληρη η ποίηση
δηλώνει το πραγματικό μιας εσπερίδας
όπου ανάψαμε κεριά
και με πιοτά διακωμωδήσαμε
την Άγια νύχτα;
Μια ανόητη προσήλωση
που τη διαπράτουμε
τη δόξα δρέποντας από έναν άδειο ουρανό
πάνω από πανοράματα βουνών
με χάρτινα ελάφια


Θα συνεχίζει να μας γαλουχεί
στο σκοτεινό δωμάτιο η φαντασία
Θα ευγνωμονούμε ξυπνητοί
για ότι αποφασίσαμε να μην υπάρξει
Διαθέτω προφανώς την απορία των βοσκών
εξιστορώ ό,τι δεν θα μου δωθεί
ό,τι αστράφτει προς την απόλυτη φυγή
της σημασίας
κάτω από ένα δέντρο πλαστικό Συνέχεια