Ζεϊμπέκικο

 

Advertisements

Το απροϋπόθετο του Πανεπιστημίου

Τις προάλλες μού δόθηκε η ευκαιρία να συζητήσω με την Αννα Διαμαντοπούλου για τα προβλήματα της Ανώτατης Παιδείας. Της είπα απερίφραστα ότι το Πανεπιστήμιο ή θα είναι απροϋπόθετο ή δεν θα είναι Πανεπιστήμιο. Η διάζευξη που χρησιμοποίησα δεν ήταν παρά ταύτα αφοριστική. Το απροϋπόθετο Πανεπιστήμιο προϋποθέτει μια φιλοσοφία για το Πανεπιστήμιο που συνοψίζεται στην εναρκτήρια διερώτηση της προβληματικής γύρω από τα ζητήματα που υποτίθεται ότι θίγει και η περιβόητη Διαβούλευση. Το Πανεπιστήμιο λοιπόν- εν όψει ποίου λόγου; Ποιος δηλαδή είναι ο λόγος της ύπαρξής του και τι σημαίνει η ύπαρξη του Πανεπιστημίου; Το να οργανώνεται προφανώς, όπως θα ήθελε ο Καντ, επί της ιδέας του ορθού Λόγου. Αλλά συγχρόνως και να εξελίσσεται, όπως θα ήθελε ο Αντόρνο, ανάλογα και με τη «διαλεκτική» αυτού του ορθού Λόγου, όταν μάλιστα ο τελευταίος καθίσταται εργαλειακός. Και τότε (τώρα) τι γίνεται με το Πανεπιστήμιο; Τι σημαίνει Ανώτατη Παιδεία σε μια κοινωνία που συσχετίζεται μάλλον με τη χρηματοπιστωτική οικονομία παρά με τη νευτώνεια ανθρωπολογία;

Η Ανώτατη Παιδεία, τουλάχιστον κατά το Κείμενο Διαβούλευσης του υπουργείου, οφείλει να παράγει ποσότητες πληροφόρησης με τη μορφή της σχέσης που αναπτύσσουν οι παραγωγοί με τους καταναλωτές. Το Πανεπιστήμιο εντάσσεται συνεπώς στον παραγωγικό κύκλο, στον διατροφικό έστω κύκλο, οπότε το Κείμενο Διαβούλευσης μοιάζει να διαφημίζει ένα προϊόν. Θα ήταν υπερβολή να πω μια γκοφρέτα που μασουλάει στο προαύλιο ο φοιτητής, μιλώντας απεριόριστα στο κινητό του, εφόσον την πραγματική του ζωή θα τη δει το βράδυ από τον καναπέ στη διαφήμιση της γκοφρέτας στην τηλεόραση; Εάν λοιπόν το Κείμενο Διαβούλευσης θέτει κανόνες, ας αγνοήσει την παντοδυναμία των φιλελεύθερων κανόνων της αγοράς (της γκοφρέτας).

Είπα στην υπουργό πως, κατά τη γνώμη μου:

α) Ο υφυπουργός της, ο κ. Πανάρετος, καίτοι πανεπιστημιακός, αποδείχθηκε με τις άστοχες πρωτοβουλίες του ότι υποτιμά τους συναδέλφους του.

β) Η εισαγωγή, εκ μέρους του υπουργείου, των επονομαζόμενων «δεικτών αποτελεσματικότητας» και η συνακόλουθη «αξιολόγηση» των πανεπιστημιακών δασκάλων επιβραβεύουν την τυποποιημένη γνώση των διαφημιστών, αφήνοντας εκ των πραγμάτων αναξιολόγητη τη χρήση της γνώσης για την κριτική σκέψη- απαραίτητη προϋπόθεση όχι μόνο για τις κοινωνικές σπουδές αλλά και για τις θετικές επιστήμες. Της επέστησα κυρίως την προσοχή στο ότι η ουδέτερη γνώση, και συνεπώς η ουδέτερη κατάταξη ή αξιολόγηση, υφίσταται μόνον όταν μετρούνται από τους «αξιολογητές» οι ποσοτικοί δείκτες για την εξέλιξη των καθηγητών (δηλαδή τα ασήμαντα άρθρα σε διεθνή περιοδικά τα οποία υπάρχουν για να προάγουν μια άσκοπη διαδικασία αυτοετερο-αναφορών, και οι εξίσου ασήμαντες έρευνες προς όφελος, λόγου χάριν, κάποιας φαρμακευτικής εταιρείας, ή γενικότερα με σκοπό την «απορρόφηση» κονδυλίων).

γ) Αμφισβήτησα τον τρόπο προσέγγισης των καθηγητών πανεπιστημίου μέσω ενός επιχειρησιακού κειμένου (Κείμενο Διαβούλευσης), όπου τα διαφημιστικού τύπου σλόγκαν («Αυτοδιοίκηση, Λογοδοσία, Ποιότητα, Εξωστρέφεια») συναγωνίζονται τις κοινοτοπίες της τελευταίας ΤΟ του παλαιού- εφτάψυχου- ΠαΣοΚ.

δ) Τέλος, επέμεινα στην αντισυνταγματικότητα του λεγόμενου Συμβουλίου. Διότι εάν μεν τα μέλη του εκλέγονται από πανεπιστημιακούς εν ενεργεία, τότε ποιος ο λόγος υπάρξεώς του; Αν πάλι, έστω και λίγοι, ορίζονται από την Πολιτεία, τότε σε τι συνίσταται το «απροϋπόθετο»; Εκτιμώ ότι ένα τέτοιο όργανο με εξωπανεπιστημιακά μέλη που ορίζονται, επιπλέον, από την Πολιτεία, έστω και αν μειοψηφούν, ανοίγει «παράθυρο» στους μάνατζερ και «πόρτα» στους κυρίους-κυρίους ομότιμους καθηγητές- ή σε όσους πρόκειται σύντομα να συνταξιοδοτηθούν, οι οποίοι προφανώς επιθυμούν να επιστρέψουν στρώνοντας τον δρόμο της ολικής τους επαναφοράς με κολακευτικά προς το υπουργείο Παιδείας κείμενα, δεξιά και αριστερά.

ε) Το πάλαι ποτέ 1-1-4 του Γεωργίου Παπανδρέου, της είπα, κινδυνεύει να μετατραπεί από τον Γιώργο Παπανδρέου σε 1 και 1 κάνουν 4, δηλαδή σε μια αδιανόητη για κάθε εκπαιδευτικό σούμα που μόνο στα λογιστικά τερτίπια του ΔΝΤ θα μπορούσε να εμφανισθεί. Τριάντα πέντε χρόνια χαμηλόμισθος στην επίλεκτη θέση του πανεπιστημιακού δασκάλου, «αδαής» κυριολεκτικά «δάσκαλος» όπως ο Ζοζέφ Ζακοτό που πολέμησε για να ανατρέψει τη «μέθοδο του εξηγητικού κανόνα» και στον οποίο ο μεγάλος μαρξιστής φιλόσοφος Ζακ Ρανσιέρ αφιέρωσε το ομώνυμο βιβλίο (Νήσος, 2008), υποστήριξα και εγώ ότι μια «εξηγητική διδασκαλία» δεν είναι απαραίτητη για τη θεραπεία της ανικανότητας για κατανόηση. Αντίθετα, αυτή η «ανικανότητα» είναι η θεμελιώδης επινόηση της εξηγητικής σύλληψης του κόσμου. Δάσκαλος λοιπόν- και όχι καθηγητής της Ιατρικής ή της Νομικής- που γέμισα με φοιτητές τα αμφιθέατρα και άδειασα τα μυαλά από τις προκαταλήψεις, δεν παραδέχθηκα ποτέ ότι γνώση και εξουσία είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Γι΄ αυτό και δεν θα ενδώσω στο ζητούμενο από το υπουργείο Παιδείας: ότι το ζήτημα της γνώσης πρέπει να εκλαμβάνεται στην εποχή της πληροφορικής ως ζήτημα διακυβέρνησης.

Υπενθύμισα λοιπόν στην υπουργό, που έχει, πιστεύω, την ικανότητα να «ακούει», πως το δικαίωμα να αποφασίζει, ως εντεταλμένη, τι είναι πολιτικά σκόπιμο δεν είναι ανεξάρτητο από το δικαίωμά μου, ως εντολέα, να αποφασίζω τι είναι πνευματικά δίκαιο.

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011 – Το Βήμα

Θάλαμος

Όλα τα έργα του Βέλτσου (ποίηση, θέατρο, δοκίμιο, αρθρογραφία) είναι, σε διαφορετικό βαθμό, φροντισμένα αποσπάσματα μιας έν προόδω αυτο-βιο-γραφίας. Ο Βέλτσος θέτει ακατάπαυστα και αξεδιάλυτα τη γραφή στην υπηρεσία του βίου και τον βίο στην υπηρεσία της γραφής. Έτσι και στον Θάλαμο, ένα γράμμα από την προσωπική αλληλογραφία του συγγραφέα βάζει σε λειτουργία τη μηχανή και τη μηχανορραφία της γραφής. Ένα γράμμα πού, ένοφθαλμισμέ-νο στο λογοτεχνικό έργο, διασαλεύει τα όρια ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό, αλλά και ανάμεσα σε πραγματικότητα και μυθοπλασία. Ένα γράμμα που θέτει θέμα κυριότητας (σε ποιόν ανήκει ένα γράμμα; Σε όποιον το απέστειλε ή σε όποιον απευθύνεται;). Μια «ερωτική επιστολή» που δεν είναι ερωτική και πού, κατά παράδοξο τρόπο, μετατρέπεται σε ένα είδος φονικής μηχανής. Μια ερωτική επιστολή κάπως ρετρό, ή τελευταία της Ιστορίας (ο Βέλτσος γράφει μετά το τέλος της ιστορίας -του Πατέρα, του Συγγραφέα, του Θεάτρου-, με μια γραφή ανοικονόμητη και πληθωριστική, σημάδι του τέλους). Κυρίως, ένα γράμμα που γίνεται ή αφορμή για να έξυφαν-θεΐ ή ίντριγκα της γραφής. Το κείμενο που φέρει τον τίτλο Θάλαμος είναι ένα κείμενο που δείχνει με παραδειγματικό τρόπο τί είναι, για τον Βέλτσο, κείμενο. Το θέατρο γίνεται για τον Βέλτσο το πρόσχημα για το προκείμενο (που είναι το) κείμενο. Έργο πολλών γραφών και υπογραφών, αβυσσαλέας διακειμενικότητας, συνειρμικό, κατά τόπους παραληρηματικό, ποίηση και θέατρο αδιάκριτα, το κείμενο/ύφασμα (texte/textum) του Βέλτσου δεν προϋποθέτει τόσο τη σκηνή του θεάτρου όσο τη σκηνή της γραφής. Ή σκηνή της γραφής δεν χωράει στη σκηνή του θεάτρου, ξεχειλίζει απ’ αυτήν. Στην πλοκή του θεάτρου ό Βέλτσος αντιτείνει την πλέξη μιας παιγνιώδους γραφής. Μιας γραφής πού παίζει πέρα από -και περιπαίζει- το είδος και το σημείο «θέατρο».

Χάρης Ράπτης – Για το θεατρικό έργο του Γιώργου Βέλτσου «Θάλαμος» (2010)

Αντιθέσεις – Το Τέλος του Ανθρώπου

Από το αρχείο της ΕΡΤ

Το επεισόδιο της σειράς «ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ» παρουσιάζει ένα φιλοσοφικό αφιέρωμα στον άνθρωπο και τα χαρακτηριστικά της ύπαρξης του. Ο συντονιστής της συζήτησης ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ Καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου, Ποιητής, Συγγραφέας προλογίζει το θέμα με αναφορές στο σκοπό του ανθρώπου, στη δύναμη της ανθρώπινης σκέψης, στις ανθρωπιστικές Επιστήμες που εμφανίζονται ως ένα αμάλγαμα θετικής γνώσης, εξουσίας και κριτικής. Με τη συμμετοχή των Συγγραφέων ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΖΟΥ και ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ συζητούνται ζητήματα σχετικά με τη φύση του ανθρώπου, τη σχέση του με την επιστήμη, τη θρησκεία, τη μεταφυσική. Αναλύονται οι βασικότερες απόψεις του ΚΑΝΤ (KANT) και του ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ (DESCARTES) για το έλλογο, ανθρώπινο υποκείμενο, τη βούληση του για εξουσία και δύναμη, τον ενεργό ρόλο του στον τομέα της γνώσης και της ηθικής. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην αλληλεπίδραση ανθρώπου και γλώσσας, στον έλεγχο του υποκειμένου πάνω στο νόημα και τη σημασία, τη διαδικασία δημιουργικότητας σε θέματα γλωσσολογικά. Παράλληλα, προβάλλεται απόσπασμα από συνέντευξη και γραπτό κείμενο του Γάλλου Φιλοσόφου ΦΟΥΚΩ με εκτενείς ορισμούς της φιλοσοφίας, της αλήθειας, του ρασιοναλισμού, των χαρακτηριστικών της ανθρώπινης προσωπικότητας και τον τρόπο συγκρότησης της. Το έργο του είναι συνυφασμένο με την κριτική των κοινωνικών κατεστημένων, τον επιτυχημένο τρόπο άσκησης της πολιτικής, την εξισορρόπηση ατομικών και συλλογικών συμφερόντων. Τέλος, επιχειρείται μια προσπάθεια κατανόησης των εκπροσώπων διάφορων φιλοσοφικών ρευμάτων και των ιδεών τους, ενώ εκφράζονται προβληματισμοί για την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, τα κίνητρα της συμπεριφοράς και δράσης.

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 1988

Η γραβάτα του Κακλαμάνη

Θα όφειλα άραγε να προσφύγω στον αρχαιοελληνικό όρο «τα παρωδά»- στα άσματα δηλαδή που εισάγουν στη σκηνή οι κλόουν της εποχής αφηγούμενοι τα γελοία, όταν οι ραψωδοί διακόπτουν την απαγγελία τους- προκειμένου να χαρακτηρίσω και εγώ τα καμώματα επί σκηνής των πολιτικών; Παίζουν με τις λέξεις προς ιδίαν τέρψιν, ως φαίνεται, και ασφαλώς προς ίδιον όφελος. (Ο Τσοχατζόπουλος, θύμα κλοπής!)Στην ωδή του πολιτικού στοιχείου η παρωδία του πολιτικού λόγου συνεχίζει εξακολουθητικά τον χαβά της με διαπληκτισμούς στα κανάλια, ενώ θα έπρεπε να σωπαίνει. Αλλά ο εμπαιγμός είναι δική μας επιλογή: επί χρόνια τούς ακούμε και τους ψηφίζουμε. Δεν βρίσκω για αυτό άλλον λόγο από τον εθισμό ή έναν ηθολογικό τροπισμό όπου η νυχτερίδα βλέπει φωτεινή οθόνη και στουκάρει. Και αν υπάρχει φως στο τούνελ αυτού του πειραματικού εργαστηρίου που είναι η Ελλάδα, το φως είναι τα φώτα από το επόμενο τούνελ. Συνέχεια

Κενοτάφια του έρωτα

«Ο έρωτας πλήττει τον Αλλον άνθρωπο στην αδυναμία του». Δεν χρειαζόταν η φιλοσοφική μέριμνα του Εμμανουήλ Λεβινάς -καθ’ οδόν προς μια φαινομενολογία του έρωτα -για να το μάθουμε. Αλλωστε ο φιλόσοφος θα καταφύγει στην ποίηση, περιγράφοντας -ουσιαστικά -τον Κρητικό του Σολωμού, προκειμένου να πει κάτι «καίριο» για τον έρωτα. Στο γήπεδο του Χέγκελ όλοι -φιλόσοφοι, ποιητές -τις ίδιες σκέψεις κάνουν. Απομένει να ζήσουν. Αυτό δα δεν είναι και τόσο εύκολο. Προφανές ναι, εύκολο όχι. Ο Ρενέ Σαρ προειδοποίησε τους Χαϊντεγκεριανούς: «Κάθε πράξη είναι παρθένα, ακόμη κι όταν επαναλαμβάνεται». Οσο για τον έρωτα, αυτό το μακελειό του υπάρχειν, χαίρεσαι ή ρωτάς. Συχνά η ζωή είναι το κενοτάφιο της ζωής. Μια λέξη, δηλαδή, μια «κατ’ εξοχήν» λέξη. Τη βρίσκεις; Εχεις πού να ξεσπάσεις τον θυμό σου για την απουσία του Αλλου. Δεν τη βρίσκεις; Πρέπει να εξετάσεις το ενδεχόμενο η ζωή σου να μην είναι ακριβώς κενοτάφιο. Κάτι μπορεί να έχει ήδη νεκρωθεί εκεί μέσα. Γιατί «προφορικά οικίζεται μια χώρα». Συνέχεια

Την πένα αντικατέστησε η μούρη

Τρία ειλικρινή άρθρα για την κρίση στον Τύπο, δημοσιευμένα στο «Βήμα» από τον Α. Καρακούση, τον Σ. Πολυμίλη και τον Π. Καψή, επιτρέπουν μερικές σκέψεις από έναν, επί τριακονταπενταετία, «έκτακτο», όπως αποκαλείται, «συνεργάτη» του ΔΟΛ που επιμένει να αιθεροβατεί στην κόλαση του σκεπτικισμού.

Αυτό που βαραίνει, νομίζω, είναι ότι η αυλαία στο δράμα του έντυπου λόγου έχει πέσει προ πολλού. Το θέατρο- ή το πραιτώριο – μεταφέρθηκε στην τηλεόραση. Το χάσμα ανάμεσα στη γραφή και στην εικόνα δεν γεφυρώνεται παρά τα «ρόλερ» που «τρέχουν» στα τηλεοπτικά δελτία ή, έστω, τις ολοένα αυξανόμενες επισκέψεις στο Διαδίκτυο. Την πένα αντικατέστησε η μούρη. Το γράφειν, ένα αενάως πληκτρολογείν. Τη χειρονομία της γραφής, ένα μεταλλαγμένο χέρι που συμποσείται στο δάκτυλο. Την ελευθεροτυπία, ο «δάκτυλος» του οιουδήποτε μεγαλοεπιχειρηματία.
Συνέχεια